Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Τι περιμένουμε το 2011


ΤΙ ΕΠΙΦΥΛΑΣΣΕΙ ΤΟ 2011
ΓΙΑ ΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΜΑΣ ΘΕΜΑΤΑ;

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων

Έκδηλη και φυσιολογική είναι η ανησυχία πολλών Ελλήνων για την πορεία των εθνικών μας θεμάτων το 2011. Η ανησυχία ενισχύεται από τις πληροφορίες για μυστικές συμφωνίες διχοτομήσεως του Αιγαίου υπέρ των τουρκικών συμφερόντων. Επίσης εντείνεται η αγωνία λόγω της οικονομικής κρίσης, η οποία δίνει το άλλοθι στους οπαδούς των εθνικών υποχωρήσεων να υπογράψουν άρον-άρον απαράδεκτες συμφωνίες με τη δικαιολογία «είμαστε χρεωμένοι, δεν έχουμε τη δυνατότητα υπερήφανης εξωτερικής πολιτικής». Βεβαίως η ιστορία άλλα διδάσκει. Το 1893 ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε διακηρύξει το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» και το 1897 επεβλήθη στη χώρα μας ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Παρά την ύπαρξη και τότε οικονομικών προβλημάτων -η αντίστοιχη ομάδα επιτήρησης δεν λεγόταν ΔΝΤ, αλλά ΔΟΕ- η Ελλάς αναστήθηκε γρήγορα και το 1912-13 απελευθέρωσε εκατομμύρια υποδούλων αδελφών. Διότι παρά την πτώχευση των οικονομικών δεν είχε πτωχεύσει ηθικά και πνευματικά. Χρήσιμο μάθημα για τη σημερινή κατάσταση.
Τα μέτωπα είναι πολλά και τα προβλήματα ποικίλα. Προσωπικά θεωρώ ότι στο Αιγαίο έχουμε καθυστερήσει να ανακηρύξουμε την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, ενώ η εθνολογικά συγγενής μας Κυπριακή Δημοκρατία έχει κάνει σημαντικά βήματα στον τομέα αυτό. Όσο κι αν φωνάζουν οι Τούρκοι πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτή τη δυνατότητα που μάς δίνει το νέο Δίκαιο της Θαλάσσης και μάλιστα να ανακηρύξουμε Α.Ο.Ζ. για το Καστελλόριζο. Έτσι θα έχουν άμεση γειτνίαση, ουσιαστική συγχώνευση, οι Α.Ο.Ζ της Ελλάδος και της Κύπρου. Η πρόσφατη συμφωνία της Κύπρου και του Ισραήλ είναι ένα καλό παράδειγμα αντιμετωπίσεως της τουρκικής αυθαιρεσίας.
Στη Θράκη το ελληνικό κράτος δείχνει τάσεις αυτοκτονίας. Η Τουρκία χρησιμοποιεί τη μουσουλμανική μειονότητα ως μοχλό για να προκαλέσει επεισόδια με απώτερο στόχο μία χαλαρή αυτονομία της Ροδόπης και ... βλέπουμε. Ο Νταβούτογλου διακηρύσσει σαφέστατα στο βιβλίο του ότι στη Θράκη θα κάνουν ό,τι έκαναν και στην Κύπρο, ενώ στο Διαδίκτυο κυκλοφορούν χάρτες και σημαίες της Αυτόνομης Θράκης. Είναι καιρός να προειδοποιήσουμε ότι το Προξενείο Κομοτηνής θα φύγει αν ξεπερνά τα όρια των διπλωματικών αρμοδιοτήτων του. Και είναι επίσης καιρός να σταματήσει η κατατρομοκράτηση των Πομάκων από το Προξενείο. Σε μία δημοκρατική και ευρωπαϊκή Ελλάδα οι Πομάκοι δικαιούνται να δηλώνουν δημοσίως ότι ΔΕΝ είναι Τούρκοι και να διδάσκονται στο σχολείο τα ελληνικά και τα πομακικά και όχι τα τουρκικά.
Στην Κύπρο ο μαρξιστής Πρόεδρος κ. Δ. Χριστόφιας μάς έχει καταπλήξει με τα συνεχή λάθη του και τις απερίσκεπτες δηλώσεις του που ρίχνουν νερό στον μύλο των κατοχικών δυνάμεων. Υπέγραψε συμφωνία για δύο συνιστώντα κρατίδια ( στέϊτς) , πράγμα που ικανοποιεί τα διχοτομικά σχέδια της Άγκυρας. Χαριεντίζεται με δήθεν «προοδευτικούς» Τουρκοκυπρίους, οι οποίοι είναι πάντα σε διατεταγμένη υπηρεσία προς τον Αττίλα. Αφελληνίζει την παιδεία και χαρακτηρίζει κακή μητέρα και εισβολέα την Ελλάδα, δίνοντας ουσιαστικό συγχωροχάρτι στα κατοχικά στρατεύματα των Τούρκων. Πολύ ορθώς ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ στο Χριστουγεννιάτικο μήνυμά του, που ανεγνώσθη στους Ναούς της Κύπρου, επισημαίνει:
«... Επιδιώκοντας μία υποφερτή λύση, οδηγηθήκαμε στον κατήφορο των συνεχών υποχωρήσεων, χωρίς ούτε στο ελάχιστο να καμφθεί η τουρκική αδιαλλαξία. Και αντί να καταγγέλλουμε παντού την Τουρκία, την απαλλάξαμε από την ενοχή της εισβολής και από το έγκλημα της εθνοκάθαρσης και του εποικισμού, που διενεργεί, αποδίδοντας μάλιστα στο λαό μας ευθύνες και δημιουργώντας ενοχές για τα δεινά του. Μπήκαμε έτσι εμείς στη διεθνή απομόνωση και έμεινε η κατοχική δύναμη ανενόχλητη να παρουσιάζεται ότι επιζητεί διακαώς λύση, ενώ εμείς είμαστε αδιάλλακτοι».
Στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων απέτυχαν όλες οι υποχωρήσεις μας και η πολυδιαφημισμένη οικονομική διπλωματία. ¨Όσο εμείς ανοίγουμε καταστήματα στα Σκόπια τόσο εκείνοι απαντούν με αδιαλλαξία,. Και όσο αυτοτραυματιζόμαστε εθνικά συζητώντας με τον κ. Νίμιτς, τόσο εκείνος μας πιέζει να αλλάζουμε εμείς τα ονόματα των Υπουργείων και των Πανεπιστημίων μας που περιέχουν τον όρο «Μακεδονία». Επιτέλους ας παρατηρήσουμε τα διαλυτικά φαινόμενα στο γειτονικό μας κράτος. Οι Αλβανοί αποτελούν το 30% και έλκονται από το αποσχιστικό παράδειγμα του Κοσσόβου,. Αργά ή γρήγορα θα διασπάσουν το κρατίδιο των Σκοπίων και θα ενωθούν με τους αδελφούς τους. Ως αντίβαρο η σλαβική κοινότητα αλληθωρίζει προς την Βουλγαρία για στήριξη έναντι των Αλβανών. Χιλιάδες Σκοπιανοί ανακαλύπτουν τις βουλγαρικές ρίζες τους και ένας εξ αυτών είναι ο πρώην Πρωθυπουργός Γκεοργκίεφσκι. Το κράτος αυτό ή θα διαλυθεί ή θα αποκτήσει χαλαρή καντονιακή μορφή. Βρίσκεται σε προφανή αδυναμία. Άρα εμείς πρέπει αν πιέζουμε κι όχι να πιεζόμαστε.
Στην Αλβανία παρά τις επιφανειακώς καλές σχέσεις η ελληνική κοινότητα είναι στόχος πολλαπλών καταπιέσεων και εκφοβιστικών επιθέσεων. Η Ελλάς οφείλει να επιμείνει για μια δίκαιη απογραφή του ελληνικού και ευρύτερα του ορθοδόξου στοιχείου κατά την απογραφή του Απριλίου 2011. Να διακηρύξουμε ότι κάθε ευρώ , το οποίο ζητά η Αλβανία από την Ευρ. Ένωση θα εγκρίνεται από την Ελλάδα μόνον αν γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα των Βορειοηπειρωτών. Και να ζητήσουμε με εντονότατο τρόπο να σταματήσει η προπαγάνδα για την επιστροφή περιουσιών των εγκληματιών πολέμου Τσάμηδων. Όσο φαινόμαστε χλιαροί σ’ αυτά τα θέματα η στάση μας εκλαμβάνεται ως αδυναμία.
Εθνικά θέματα είναι και η παιδεία, η λαθρομετανάστευση, το δημογραφικό. Αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε σε επόμενες ευκαιρίες. Καλή Χρονιά!

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Υποθετικές καταστάσεις

Η ΕΡΤ, άντρο κομματικού φασισμού, αναξιοκρατίας και προοδευτικής ρεμούλας, χρηματοδοτούμενο με τα λεφτά του άγρια φορολογούμενου Έλληνα πολίτη, θα φρουρείται απο ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις!


Ένα άρθρο του Σάββα Καλεντερίδη


Ο ελληνικός λαός εξέλεξε το ΠΑΣΟΚ και την κυβέρνηση Παπανδρέου, περιμέντας καλύτερη διαχείρηση της τύχης της χώρας.
Τα πράγματα σήμερα θα ήταν διαφορετικά:
-Αν ο Παπανδρέου την πρώτη ημέρα που ανέλαβε την εξουσία άλλαζε το νόμο περί ευθύνης υπουργών
-Αν οδηγούσε με συνοπτικές διαδικασίες σε άμεση διαλεύκανση όλων των σκανδάλων από το 1981
-Αν διέγραφε από το ΠΑΣΟΚ όλους όσους είχαν σχέσεις με τον Χριστοφοράκο
-Αν διέγραφε άμεσα τους μιζαδόρους των υποβρυχίων
-Αν διέγραφε άμεσα τους μιζαδόρους του C4I
-Aν δεν καταργούσε το υπουργείο ναυτιλίας και το υπουργείο τουρισμού, που είναι τα μόνα που φέρνουν πλούτο στη χώρα και μειώνουν την εξάρτηση της χώρας
-Αν δεν καταργούσε το υπουργείο Αιγαίου και του υπουργείο Μακεδονίας, που απειλούνται από Τουρκία και Σκόπια
-Αν δεν τοποθετούσε στο υπουργείο παιδείας την γνωστή Άννα Διαμαντοπούλου και την επίσης γνωστή κ. Δραγώνα
-Αν δεν τοποθετούσε στο υπουργείο εξωτερικών ένα εξαιρετικά αμφολεγόμενο άτομο
-Αν δήλωνε ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να συνεχίσει να δέχεται την προκλητική επιθετικότητα της Τουρκίας σε Κύπρο-Αιγαίο-Θράκη
-Αν δήλωνε ξεκάθαρα ότι θα προστατέψει τα ελληνικά σύνορα από το εμπόριο ανθρώπινης σάρκας που ενορχηστρώνει η Τουρκία
-Αν δεν έφερνε άμεσα το νομοσχέδιο για τη χορήγηση ιθαγένειας στους μετανάστες, λες και πρώτη προτεραιότητα της χώρας ήταν το ζήτημα αυτό
-Αν με έρευνες μόλις ολίγων ημερών στους λογαρισμούς τραπεζών απεκάλυπτε στον ελληνικό λαό εκείνους που διασπάθισαν το δημόσιο χρήμα
-Αν με έρευνες μόλις ολίγων ημερών στους λογαρισμούς τραπεζών απεκάλυπτε στον ελληνικό λαό εκείνους που χρόνια τώρα φοροδιαφεύγουν συστηματικά, με την κάλυψη πολιτκών και κρατικών παραγόντων
-Αν καταργούσε άμεσα τον 13ο και 14ο μισθό των υπαλλήλων της βουλής
-Αν καταργούσε άμεσα τα προκλητικά προνόμια των βουλευτών
-Αν εξίσωνε συνταξιοδοτικά τους βουλευτές με όλους τους άλλους Έλληνες εργαζόμενους
-Αν καταργούσε οριστικά και αμετάκλητα την σκανδαλώδη χρηματοδότηση των κομμάτων-κέντρων συναλλαγής και διαφθοράς με λεφτά του άγρια φορολογούμενου πολίτη
-Αν καταργούσε άμεσα τη σκανδαλώδη χρηματοδότηση του Μεγάρου Μουσικής
-Αν καταργούσε άμεσα τη σκανδαλώδη χρηματοδότηση των ιδρυμάτων των πρώην πρωθυπουργών που βούλιαξαν τη χώρα
-Αν καταργούσε κάθε σπατάλη του διεφθαρμένου ελληνικού κράτους
-Αν δεν συνέχισε να διορίζει άθλιους και αποτυχημένους κομματικούς παράγοντες σε θέσεις του δημοσίου όπου ήδη γίνεται έλα να δεις
-Αν δεν μετέτρεπε την πολλά υποσχόμενη δημόσια διαβούλευση σε διαδούλευση του ελληνικού λαού
-Αν τηρούσε την ελάχιστη σοβαρότητα και δεν έκανε ό,τι ακριβώς επέβαλαν οι καταστάσεις για να καταστήσει την προσφυγή στο ΔΝΤ ως τη μόνη λύση
-Αν έκανε όλα αυτά και στη συνέχεια ζητούσε από τον ελληνικό λαό να πληρώσει για να βγούμε από το τραγικό οικονομικό αδιέξοδο που έχει περιέλθει η χώρα, σήμερα στους δρόμους δεν θα ήταν ούτε οι περιθωριακοί και σύσσωμος ο ελληνικός λαός θα στήριζε με φιλότιμο και πατριωτισμό το σχέδιο της Ελλάδας για έξοδο από την κρίση.
Επειδή δεν έγιναν όλα αυτά, επειδή ο ελληνικός λαός σας θεωρεί ενεργούμενα των ξένων κύκλων που οδηγούν τη χώρα στην καταστροφή, θρηνούμε θύματα και αυξάνονται λέει οι φρουρές των βουλευτών, για να τους προστατέψουν από την οργή του λαού.
Αν ο πρωθυπουργός έκανε όλα αυτά, οι υπουργοί και οι βουλευτές δεν θα χρειάζονταν καμία προστασία, γιατί προστασία του βουλευτού είναι, πρέπει να είναι ο ίδιος ο λαός.
Τώρα έχετε χρεωκοπήσει κύριοι και έχετε ήδη χάσει τη στήριξη του ελληνικού λαού.
Ήδη πρέπει να επεξεργάζεστε τα σχέδια της διαφυγής σας.
Ας θυμηθούμε τι έλεγε ο Πρωθυπουργός, το 2008, ως Αντιπολίτευση για ανάλογα επεισόδια:

http://olympia.gr/2010/05/06/%ce%b4%ce%b7%ce%bb%cf%8e%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%b3%ce%b1%cf%80-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b4%ce%b5%ce%ba%ce%ad%ce%bc%ce%b2%cf%81%ce%b9%ce%bf-%cf%84%ce%bf%cf%85-2008/
...για να μην ξεχνάμε πόσο μας δουλεύουν!!!

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Οικονομική κατάρρευση και ΕΣΥ


Δεν γνωρίζω πόσα ακριβώς πληροφορήθηκε το ειδικευμένο στα οικονομικά πρακτορείο Μπλούμπεργκ για το τι συμβαίνει στο ΕΣΥ, αλλά όλοι μας γνωρίζουμε για το συνεχιζόμενο "πάρτυ" στα νοσοκομεία, όπου ένα πλήθος από εμπλεκόμενους κάθε κατηγορίας έχει θησαυρίσει. Όλοι επίσης γνωρίζουμε για την "μηχανή" που είχε στηθεί με αλλοδαπές από γειτονικές χώρες που έρχονταν ετοιμόγεννες στα ελληνικά νοσοκομεία χωρίς να πληρώνουν δεκάρα, παρά μόνον στο "κύκλωμα", για τις εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες και λαθρομετανάστες που νοσηλεύονταν δωρεάν στα νοσοκομεία χωρίς να έχουν καταβάλλει οποιαδήποτε ασφαλιστική εισφορά και ένα σωρό ακόμη σπατάλες, κλεψιές και απάτες. Όλα αυτά βέβαια δεν θα τα πληρώσουν οι πολιτικοί, οι "αντιρατσιστές" και τα κάθε είδους λαμόγια που με "ξένα κόλλυβα" παρίσταναν τους "ανθρωπιστές" και φιλεύσπλαχνους, αλλά το σύνηθες κορόϊδο, ο ελληνικός λαός...
ΔΕΕ

Blooomberg: Το ΕΣΥ πίσω
από την κατάρρευση της Οικονομίας

Περιοδ. ΕΠΙΚΑΙΡΑ 23/12/2010 - 13:10


Με τίτλο το «Ελληνικό Σύστημα Υγείας φταίει για την παραπαίουσα Οικονομία», το ειδησεογραφικό πρακτορείο Bloomberg επικαλούμενο τον αντιπρόεδρο του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, Γιάννη Δατσέρη, ρίχνει τη βασική ευθύνη για τη δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα στο προβληματικό ΕΣΥ.
«Είναι τα γνωστά προβλήματα της Ελλάδας: γραφειοκρατία, διαφθορά και ούτω καθεξής. Τα νοσοκομεία και οι υγειονομικές υπηρεσίες είναι μέρος αυτού του πολιτικού συστήματος», είπε ο κ. Δατσέρης στο Bloomberg.
Όταν η Ελλάδα αποδέχθηκε το πακέτο διάσωσης ύψους 110 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο Μάιο, μία από τις προϋποθέσεις ήταν να μεταρρυθμίσει το δυσλειτουργικό δημόσιο σύστημα υγείας, σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων στις δημόσιες υπηρεσίες και τις δαπάνες για τις συντάξεις. Μόνο τα νοσοκομεία χρωστούσαν 5.4 δισεκατομμυρίων ευρώ από απλήρωτους λογαριασμούς στους προμηθευτές μεταξύ 2007 και 2009.
Το ΔΝΤ επανέλαβε την περασμένη εβδομάδα ότι η χώρα χρειάζεται να βελτιώσει τους λογιστικούς ελέγχους, να εγκαταστήσει ηλεκτρονικούς υπολογιστές σε νοσοκομεία για την παρακολούθηση των δαπανών, και να οργανώσει το σύστημα για την αγορά φαρμάκων και του ιατρικού εξοπλισμού. Πρότεινε επίσης τη χρήση ηλεκτρονικών συνταγών για να αποφευχθεί η κατάχρηση.
Σημειώνεται ότι το 2007, η Ελλάδα δαπάνησε 2,4% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος για φάρμακα, το υψηλότερο από όλες τις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Ο κ. Δατσέρης σχολίασε ακόμα ότι προμηθευτές, γιατροί και υπάλληλοι νοσοκομείων επωφελήθηκαν πολύ από ένα σύστημα που αδυνατεί να ελέγξει το κόστος για τις προμήθειες και τα φάρμακα. «Είναι ένα δίκτυο της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς», πρόσθεσε.
Το Bloombergσημειώνει τέλος ότι πολλοί γιατροί συμπληρώνουν το εισόδημά τους με έξτρα πληρωμές από τους ασθενείς, γνωστές ως «φακελάκι». Ακόμα γιατροί αλλά και άλλοι επωφελούνται από μίζες από τους προμηθευτές, αγοράζοντας τα προϊόντα τους, αντί να ψάχνουν για την καλύτερη τιμή στην ελεύθερη αγορά.

Πηγή: http://www.epikaira.gr/epikairo.php?id=7183&category_id=86

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Στο Χριστό στο Κάστρο (2)

 

(Συνέχεια από την προηγούμενη ανάρτηση)

Στο Χριστό στο Κάστρο

Έκαμψαν το Καλαμάκι και ακόμη δεν είχε χαράξει. Ήρχισε μόλις να γλυκοχαράζη πέραν της αγκάλης του Πλατάνια. Έφεξαν εις τον Στρουφλια, αντίκρυ του τερπνού και συνηρεφούς δάσους των πιτυών, εξ ου η θέσις ονομάζεται Κουκ’ναριες. Τότε οι επιβαται είδον αλλήλους υπό το πρώτον λυκόφως της ημέρας, ως να έβλεπαν αλλήλους πρώτην φοράν. Πρόσωπα ώχρα και χείλη μελανά, ρίνες ερυθραί και χείρες κοκκαλιασμέναι. Η θειά το Μαλαμώ είχεν αποκοιμηθή δις ήδη υπό την πρύμνην, όπου έσκεπε το πρόσωπόν της με την μαύρην μανδηλαν ως την ρίνα, με την ρίνα σχεδόν ως τα γόνατα. Ο κύρ Αλεξανδρής είχε πάρει δυο τροπάρια παραπλεύρως αυτής, ονειρευόμενος ότι ήτο ακόμη εις την κλίνην του και απορών πώς, αύτη εκινείτο ευρύθμως ως βρεφικόν λίκνον. Ο υιός του παπά, ο Σπύρος, έκαμνε συχνές μετάνοιες, και όσον αίμα είχεν, είχε συρρεύσει όλον εις την ρίνα του, ήτις ήτο και το μόνον όρατον μέλος του σώματός του. Η παπαδιά, εν τη ευσεβεί φιλοστοργία της, είχε κρίνει ότι ώφειλε να τον πάρη μαζί, αφού δι αυτόν ήτο το ταξιμον. Τον απεσπασεν αποτομως της κλίνης, τον ένιψε και τον ενέδυσε με δίπλα υποκάμισα, δυο φανελλας, χονδρόν μάλλινον γελέκιον, διπλούν σακκάκι κι επανωφόρι, και περιετυλιξε τον λαιμόν του με χνοώδες ολομάλλινον μανδήλιον, ποικιλόχρουν και ραβδωτόν, μακρόν καταπίπτον επί το στέρνον και τα νώτα. Τώρα, παρά την πρύμνην, αριστερόθεν του παπά καθήμενη, αριστερά της είχε τον Σπύρον, και ζητούσα αυτομάτως να ψηλαφήση τους βραχίονας και το στήθος του, δεν εύρισκε σχεδόν σάρκα υπό την βαρείαν σκευήν, δι ής είχε περιχαρακώσει τον υιόν της. Ο παπάς, όστις δεν είχεν αποβάλει την φαιδρότητά του, ουδ’ έπαυε ν’ ανταλλάσση αστεϊσμούς και σκώμματα με τον μπαρμπα-Στεφανήν, στρεφόμενος προς αυτήν ενίοτε της έλεγε:
«Νά, γι αυτόνε το Λαμπράκη, το γυιό σου, τα παθαίνουμε αυτά, παπαδιά».
«Και τί πάθαμε, με τ’ δυναμ’ τ’ Θεού;» απήντα η παπαδιά, ήτις, κατά βάθος, πολύ ανησυχεί με αυτό το παράτολμον ταξιδιον. Ευτυχώς, η παρουσία του παπά της έδιδε θάρρος.
«Δε μ’ λές, παπαδιά» είπε με την τραχείαν φωνήν του ο μπαρμπα-Στεφανής, θελήσας ν’ αστεϊσθή και με την πρεσβυτέραν, «δέ μ’ λές, γιατί λένε: Κυρι’ ελέησον, παπαδιά! πέντε μήνες δυο παιδιά»;
«Γιατί, μαθές, το λένε;» απήντησε χωρίς να πειραχθή η πρεσβύτερα. «Πάρε παράδειγμα από μενα. Οχτώ γέννες, δέκα παιδιά».
«Θα πή, το λοιπόν, πώς οι παπαδιές είναι πολύ καρπερές. Μα γιατί;»
«Γιατί οι παπάδες δε λείπουν χρονοχρονικης από κοντά τους» είπεν η θειά το Μαλαμώ.
«Νά, το Μαλαμώ πάλι το κατάλαβε» είπεν ο παπάς, «δέν σάς το λεγα εγώ; Εσύ κι ο εξάδερφός σου ο Αλεξανδρής» — εννοών τον ψάλτην — «έχετε μεγάλον νού».
Ο παπάς δεν έπαυε ν' αστεΐζεται με όλας τάς εν τώ πλοιαρίου ενορίτισσάς του. Εις την μίαν έλεγε:
«Μα κείνος ο Θοδωρής» —εννοών τον άνδρα της— «κοιμάται όταν τα φτιάνη αυτά τα παιδιά;» Εις την άλλην: «Μα δεν είναι καμμία πού να μή θέλη παντρειά! Εγώ έχω στεφανωμένα, τριάντα χρόνια τώρα, παραπαν από διακόσια ανδρόγυνα, και καμμία δεν ευρεθή να πή πώς δεν θέλει!»
Αλλά το κυριωτερον θύμα του παπα-Φραγκούλη ήτον ο Αλεξανδρής ο ψάλτης. Έξαφνα τον ηρώτα:
«Δε μου λές, Αλεξανδρή, τί θα πή, τώρα, στην καταβασία των Χριστουγέννων, ‘ο ανυψώσας το κέρας ημών’; Ποιός ειν αυτός ο ανυψώσας;»
«Νά, ο ανιψιός σας» απήντα ο κύρ Αλεξανδρής, μή εννοών άλλως την λέξιν.
«Και τί θα πή ‘σκύλα Βαβυλών της βασιλίδος Σιών;» ηρωτα πάλιν ο παπάς.
«Νά, σκύλα Βαβυλών» απήντα ο ψάλτης, νομίζων ότι περί σκύλας πράγματι επρόκειτο.
Ταύτα ελεγοντο ενόσω ήτο υπήνεμος η βάρκα, με τάς κώπας βραδυπορούσα, δεξιόθεν παραπλέουσα τον Αναγυρον και τον Ασέληνον, αριστεροθεν πελαγωμένη αντίκρυ των Τρικέρων και του Αρτεμισίου. Ο παπα-Φραγκούλης εκάθητο κυβερνών εις το πηδάλιον, οι άλλοι εβοήθουν εις την κωπηλασίαν. Και αυτός ο κύρ Αλεξανδρής, αν και ατζαμής περί τα ναυτικά πράγματα, ησθάνθη την ανάγκην να κωπηλατήση διά να ζεσταθή. Κι η θειά το Μαλαμώ εκωπηλατησε σχεδόν επί ημισείαν ώραν. Ευτυχώς, αν και εκρύωναν όλοι, και αι ψυχραί ριπαί αι κατερχομεναι από των χιονοφόρτων ορεων εξυριζον τα ώτα και τους λαιμούς τών, ειχον όμως τους πόδας θερμούς, το ευεργετικόν τούτο αποτέλεσμα της γειτνιάσεως του πόντου. Ο ήλιος είχε προβάλει από τα σύννεφα επ' ολιγας στιγμάς («ήλιος με τα δόντια γριά με τα χταπόδια!» ανεκραξεν ο Λαμπράκης) διότι, ενώ την νύκτα ηθρίαζε κι εγίνετο «ο ουρανός καντήλι», την ημέραν συνηγοντο πάλιν τα νέφη, και ο βορράς εφαινετο υποχωρών εις τον απηλιωτην, ως να ηπειλείτο βροχη· αλλά μόλις επροβαλε, κι εφάνη ως να έβλεπε ποιά ήτο η υψηλότερα και εγγύτερα κορυφή εκ των κατάλευκων ορεων ολόγυρα, η του Πηλίου ή η του Όθρυος, διά να σπεύση το ταχύτερον να κρυφθή. Αλλά τα νέφη σωρευθέντα πάλιν τον απήλλαξαν του κόπου τούτου.
Η ακριβής απόστασις από του μεσηβρινου λιμένος έως το βορεινοτερον άκρον της νήσου, όπου  έπλεον, θα ήτο ως δέκα ναυτικών μιλιών. Ο παπάς εβλεπεν ότι ηθελον νυκτώσει, πριν φθασωσιν εις το Κάστρον. Ήτο μεσημβρία ήδη, και δεν έφθασαν ακόμη εις την Κεχρεαν, την ωραίαν μελαγχολικήν κοιλάδα με τάς ελαιοφύτους κλιτύς, με τον Αραδιαν, τον πυκνόν όρυμωνά τής, με το ρεύμα και τάς πλάτανους και τους νερόμυλούς της. Όταν έφθασαν εις την Κεχρεαν, συνέβη εκείνο το όποιον ο μέν κακομαντις Πανάγος προελεγεν, ο δε Στεφάνης δεν ηγνοει, και ο παπα-Φραγκούλης προεβλεπεν. Είτε τροπή εις τον μαίστρον ήτο, είτε αποθαλασσια και μπουκάρισμα του κόρφου, τα κύματα ηρχισαν να ογκούνται καταπρωρα του μικρού σκάφους, και η βάρκα με το λευκόν πανίον της, και με τον φλόκκον και την αντέννα της, ήρχισε να σκιρτά επί των κυμάτων, όμοια με Ελληναλβανόν χορευοντα ηρωικούς χορούς, με τον λευκόν χιτώνα ανεμίζοντα, με τον ένα βραχίονα τριγωνοειδή εις την μέσην, με τον άλλον υψιτενή και παίζοντα τα δάκτυλα. Αι γυναίκες ηρχισαν να δειλιώσιν. Η θειά το Μαλαμώ ηρώτα τον παπά αν δεν ήτο καλόν ν' αποβιβασθώσι και ανελθωσιν εις την Παναγίαν την Κεχρεάν να λειτουργήσωσιν, όπως εορτασωσιν εκεί τα Χριστούγεννα. Ο κύρ Αλεξανδρης, ζαλισθείς, εζαρωσεν εις μίαν γωνιάν, και οι άλλοι επιβάται μεγάλως ανησύχουν. Μόνον δυο άνδρες δεν εδειλίασαν, ο μπαρμπα-Στεφανής και ο παπα-Φραγκούλης.
Εις των επιβατών επρότεινε ν' αραξωσι προσωρινώς εις την Κεχρεάν, έως ότου κοπάση ο άνεμος. Ο Στεφάνης και ο ιερεύς συνεννοούντο διά νευμάτων. Απείχον ακόμη από το Κάστρον υπέρ τα τρία μίλια. Δυο μέσα ηδυναντο να δοκιμάσωσιν, αν τα εύρισκον τελεσφόρα· η να συστειλωσι τα ιστία και να προχωρήσωσι με τάς κωπας, καταφρονούντες τον αφόρητον, διά τάς γυναίκας μάλιστα, σάλον, περιβρεχόμενοι από τα θραυόμενα και εισπηδώντα εις το σκάφος κύματα, ριγούντες και δεινώς πάσχοντες, ή ν' αποβιβασθώσιν εις την ξηράν και να δοκιμάσωσιν αν θα εύρισκον ορμίσκον τινά, ουχί πολύ πλακωμένον από την χιόνα, ώστε να είναι βατός εις ανθρώπους. Πτυάρια και αξίνας δυο τρεις είχε πάρει μαζί του ο Βασίλης της Μυλωνούς, προβλέπων ότι ίσως θα εχρησιμευον διά ν' ανοίξη δρόμον προς ανεύρεσιν του αποκλεισμένου αδελφού του. Ο παπα-Φραγκούλης απεφανθη ότι, αφού εξ άπαντος θα ενύχτωναν, κάλλιον θα ήτο να δοκιμάσωσι το πρώτον, διότι κέρδος θα ήτο, είπεν, όσον ολίγον και αν ηδύναντο να προχωρήσωσι διά θαλάσσης, και ύστερον θα είχον καιρόν να καταφύγωσι και εις την δευτέραν μέθοδον.
Ήδη ο ήλιος, επιφανείς ακόμη μίαν φοράν, έκλινε προς την δύσιν. Ήτο τρίτη και ημισεία ώρα. Και ο ήλιος εχαμήλωνεν, εχαμήλωνε. Και η βαρκούλα του μπαρμπα-Στεφανή, με το ανθρώπινον φορτίον της, εχόρευεν, εχόρευεν επάνω εις το κύμα, πότε ανερχόμενη εις υγρά όρη, πότε κατερχόμενη εις ρευστάς κοιλάδας, νύν μέν εις την ακμήν να καταποντισθή εις την άβυσσον, νύν δε ετοίμη να κατασυντριβή κατά της κρημνώδους ακτής. Και ο ιερεύς έλεγε μέσα του την παράκλησιν όλην, από το «Πολλοίς συνεχόμενος» έως το «Πάντων προστατεύεις». Κι ο μπαρμπα-Στεφανής εστενοχωρείτο, μή δυνάμενος επί παρουσία του παπά να έκχυση ελευθερως τάς αφελείς βλασφημίας του, τάς οποίας εμάσα κι έπνιγε μέσα του, υποτονθορίζων: «Σκύλιασε ο διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θα σκάσης, αντίχριστε, Τούρκο! Το Μουχαμέτη σου, μέσα!» Κι η θειά το Μαλαμώ, ποιούσα το σημείον του Σταυρού, έλεγε το «Θεοτόκε Παρθένε», κι επανελαμβανεν: «Έλα, Χρ'στέ μ'! Βοήθα, Παναΐα μ'!» Και τα κύματα επληττον την πρώραν, επληττον τα πλευρά του σκάφους, και εισορμώντα εις το κύτος εκτύπων τα νώτα, εκτύπων τους βραχίονας των επιβατών. Και ο ήλιος εχαμήλωνεν, εχαμήλωνε. Και η βαρκούλα εκινδύνευε ν' αφανισθή. Και η απορρώξ βραχώδης ακτή εφαίνετο διαφιλονεικούσα την λείαν προς τον βυθόν της θαλάσσης. Τέλος, ήρχισε να σκοτεινιάζη. Ενύκτωσεν ακριβώς την στιγμήν καθ' ην θα έβλεπον αντίκρυ το Κάστρον, ού απείχον τώρα δυο ακόμη μίλια. Νέφη συσσωρευμένα προς ανατολάς ημπόδιζον να φανή το παρήγορον φέγγος της σελήνης. Αλλ' ο άνεμος, αντί να πέση, εδυνάμωνε και αγρίευε και εθερίευε, και ο πλούς κατέστη αδύνατος του λοιπού. Δεν έβλεπον πλέον ούτε εμπρός ούτε δεξιά τίποτε, ειμή δύο όγκους φαιούς, αμαυρούς. Ευτυχώς, ο μπαρμπα-Στεφανής εγνώριζε καλά το μέρος.
«Εδώ, εδώ είν' ένα λιμανάκι, παπά, κατ' απ' το Πρυΐ, αποκατ' απ' την Άγια Αναστασία, στα Μποστάνια».
«Θυμάσαι καλά, Στεφανή;»
«Όπως ξερ' η αγιωσύνη σ', τα γράμματα τσ' εκκλησιάς απ' οξου, παπά, έτσι κι εγώ τα ξέρω απ' όξου όλα τα λιμανάκια, τους κάβους, κι τ'ς αμμουδιές, όλες τις ξέρες κι τα γκρίφια κι τα θαλάμια».
Και προσήγγισαν με πολύν κόπον και αγώνα και βάσανον, βρεγμένοι, θαλασσοπνιγμένοι, μισοπαγωμένοι. «Εκεί, εκεί διαναστάει».
Υπήρχεν εν θαλάσσιον μάρμαρον, ως φυσική αποβάθρα, πότε καλυπτόμενον από το κύμα, πότε ανέχον υπεράνω της θαλάσσης. Την φοράν ταύτην το εκάλυπτε και δεν το εκάλυπτε το κύμα. Επλησίασαν και ησθανθησαν πάραυτα το ευάρεστον αίσθημα της παύσεως του σάλου και της προσεγγίσεως εις σκεπαστόν και ευλίμενον μέρος.
«Πάντα κατευόδιο!» είπε ποιών το σημείον του Σταυρού ο κύρ Αλεξανδρής, όστις τότε εξεζαλίσθη κι εστάθη εις τους πόδας του.
Επηδησαν εις-εις εξω· εξεφορτωσαν τάς αποσκευάς και ηλάφρυναν την βαρκαν. Ανάμεσα εις το μάρμαρον και εις την κρημνώδη ακτήν εσχηματιζετο μικρά αμμουδιά, όση θα ήρκει διά να σύρη αλιεύς την ψαροπούλαν του, γυρμένην από την μίαν πλευράν επί της άμμου, και να εξαπλωθή και αυτός υπό την άλλην πλευράν να κοιμηθή θεωρών τους αστέρας.
«Τώρα να σύρουμε τη βάρκα, παπά» είπεν ο μπαρμπα-Στεφανής, «κι ύστερα οι άνδρες να φορτωθούμε όλα τα πράγματα και ν αρχίσουμε σιγά σιγά ν ανεβαίνουμε. Ας πάρουν κι οι.γυναίκες ό,τι μπορούν».
«Να τώρα τί άξιζε να χα το μ'λαρι μαζί μ'» είπεν ο Βασίλης της Μυλωνούς. «Σου είπα, μπαρμπα-Στεφανή, να το μπαρκάρουμε, δε θέλησες».
Έσυραν την λέμβον. Ήναψαν τα δυο φανάρια πού είχαν. Ο Βασίλης έλαβε τα πτυάρια και τάς αξίνας του, και απομακρυνθείς προσωρινώς ήρχισε να κατοπτεύη πού θα εύρισκε μονοπάτι όχι πολύ πατημένον από την χιόνα, ώστε να δύνανται άνθρωποι να βαδίσωσιν. Από το μέρος εκείνο ως το Κάστρον, το οποίον διεκρινετο ως πελώριος αμαυρός όγκος υψηλά προς βορράν, η οδός δεν θα ήτο πλέον της ώρας, αλλ' εις ην κατάστασιν ήτο τώρα ο δρομος από τάς χιονας, τις οίδεν αν θα ήρκει και το τριπλάσιον του χρόνου όπως φθάσωσιν. Εδείπνησαν όλοι επί ποδός με δίπυρα και με ελαίας και επιον ολίγον οίνον η ρακήν.
Ο Βασίλης επανελθών ανηγγειλεν ότι άνευρε το μονοπάτι, πλακωμένον πολύ από την χιόνα, αλλ' ότι με πολύν κόπον, αν προπορευωνται δυο άνθρωποι και ξεχιονιζουν, ελπίζει να φθάσουν εις το Κάστρον το γρηγορωτερον… έως τα μεσάνυκτα. Εφορτωθησαν τάς αποσκευάς. Ο κύρ Αλεξανδρής έλαβε το ένα φανάρι και μία των γυναικών το άλλο. Ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο μπαρμπα-Στεφανής και ο υιός του ελαβον τα πτυάρια και τάς αξίνας και προπορευόμενοι ηρχισαν να ξεχιονιζωσιν. Ο δρομίσκος ανηρχετο έρπων εις τον κρημνόν κατ' αρχάς, είτα κατήρχετο εις εν παραθαλάσσιον κοίλωμα. Επάτουν προσεκτικώς, ως να εμετρούσαν τα βήματά των. Η σελήνη ειχεν απαλλαγή των νεφών και προσεπάθει να φέξη τον δρόμον με το κρυερόν φώς της. Ενίοτε έχαναν το χάραγμα του δρόμου, απεπλανώντο κι ευρίσκοντο αίφνης επί της κορυφής πελώριων βράχων, κάτω των οποίων άβυσσος ήνοιγε το στόμα της, και πάλιν κατεβαίνον με τρεμουλιαστά γόνατα, κρατούμενοι εκ των πετρών και των θάμνων. Ανείρπον εις τον κρημνόν ως μικρόν κοπάδιον αιγών αποπλανηθέν και απαγόμενον οπίσω εις την μάνδραν από τους δυο βοσκούς του, οίτινες το ανεζητησαν κρατούντες φανάρια, και μακρόθεν αν τους έβλεπε τίς, ηδύνατο να τους εκλάβη ως συστρεφόμενον κρικωτόν τέρας, φωσφορίζον την κεφαλήν και την ουράν, με τους δυο φανούς. Με όλον το ξεχιονισμα, το οποίον εννοεί τις πόσον ατελώς ενηργείτο, επάτουν ενίοτε σφαλερώς κι εχώνοντο ως το γόνυ και ως τον μηρόν εις την χιόνα.
Επλησίαζε μεσάνυκτα όταν έφθασαν υπό την γέφυραν του Κάστρου, μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, αλμυροί από θάλασσαν και λευκοί από χιονα, μελανιασμένοι τα χείλη, αλλά θερμοί την καρδίαν. Εκεί επάνω, πριν διελθωσι την γέφυραν, από την σιδερόπορταν του Κάστρου ηκουσθησαν φωναί:
«Ποιοί είστε; Ποιοί είστε;»
Και αντήχησε βαρύς ο τριγμός των εσκωριασμενων στροφέων, ως να εδοκίμαζε τις να κλείση έσωθεν την σιδηράν πύλην. Ηκουσθη δε και μικρός κρότος, ως ο της υψώσεως σκανδάλης τουφεκιού.
«Καλοί! Καλοί! Πατριώτες!» απηντησεν ο μπαρμπα-Στεφανής. «Μα εσείς ποιοί είστε;»
«Πέστε μας τα ονόματά σας!»
«Ημείς είμαστε…» ήρχισεν ο μπαρμπα-Στεφανής, και συγχρόνως διά του βλέμματος εσυμβουλεύετο τον παπάν.
«Μπά! αύτη είναι η φωνή τ' αδερφού μου» ανεκραξεν ο Βασίλης της Μυλωνούς.
Και είτα εντείνας την φωνήν:
«Αργύρη, εγώ είμαι!» εφώναξε.
«Τόσο καλύτερα… μάς έβγαλαν κι από έναν κόπο» εψιθυρισεν ο ιερεύς.
Ανέβησαν εις το Κάστρον, όπου συνηντησαν τον Αργύρην της Μυλωνούς και τον σύντροφόν του, τον Γιαννην τον Νυφιώτην. Ούτοι εν ολίγοις διηγήθησαν πώς τους είχε κλείσει το χιόνι επάνω στο Στοιβωτό, όπου ετρύπωσαν δυο νύκτας εις μίαν σπηλιάν, και πώς την προχθές, ήτοι εις τάς 22 του μηνός, ελθόντες τους απηλευθερωσαν εκείθεν, εκτοπισαντες μεγάλους όγκους χιόνος, δυο αιγοβοσκοί, ο Γιαλής ο Κονιζάς και ο Γιώργης ο Μπάντας, οίτινες και ευρισκοντο την στιγμήν ταύτην με όλον το αιπόλιον των εις το φρούριον.
Το φρούριον τούτο, όπερ αλλαχού περιεγραψαμεν, ήτο γιγαντιαίος βράχος, φυτρωμένος εκεί παρά το πέλαγος, προεκβολή της γής προς τον πόντον, ως να εδειχνεν η ξηρά τον γρόνθον εις την θάλασσαν και να την προεκάλει· φοβερός, μονοκόμματος γρανίτης, αλίκτυπος, όπου γλαύκες και λάροι ήριζον περί κατοχής, διαφιλονεικουντες πού αρχίζει η κυριότης του ενός και πού σταματά η δικαιοδοσία του άλλου. Προσφιλής σκοπός του βορρά και των γειτόνων του, του καικίου και του αργέστου, ών το στάδιον ευρύ εκτείνεται αναμεσον της Χαλκιδικης, του Θερμαίκου, του Ολύμπου και του Πηλίου μεμονωμένος υψιτενης βράχος, εφ' ού οι κάτοικοι εξ ανάγκης ειχον κλεισθή διά φύλαξιν κατά των πειρατών και των βάρβαρων, εγκαταλιπόντες αυτόν έρημον μετά το 1821, ότε εκτίσθη η σημερινή μεσημβρινή πολίχνη. Μέχρι προ ολίγων ετών εσωζοντο ακόμη οικιαι τινές με τάς στεγας και τα πατώματά των εντός του φρουρίου, αλλά τελευταίον, η ολιγωρία των δημοτικών αρχών, ο οκνός των ανθρώπων εις το να επισκεπτωνται το Κάστρον συχνοτερα, και η ασυνειδησία ολίγων τινών συλαγωγών, πλεονεκτών ή οικοδόμων, είχε καταστήσει ερειπίων σωρόν το Κάστρον.
Εντεύθεν αμελησαντες και οι εφημέριοί της σημερινής πολίχνης, άφηναν από ετών ήδη αλειτούργητον τον ναόν της Χριστού Γεννήσεως, κατ αυτήν την ημέραν της εορτής.
Ο ναός της Χριστού Γεννήσεως ήτο η παλαιά μητρόπολις του φρουρίου. Ο ναΐσκος, προ εκατονταετηρίδων κτισθείς, ίστατο ακόμη ευπρεπής και ουχί πολύ εφθαρμένος. Ο παπα-Φραγκούλης και η συνοδεία του φθάσαντες εισήλθον τέλος εις τον ναόν του Χριστού, και η καρδία των ησθάνθη θάλπος και γλυκύτητα άφατον. Ο ιερεύς εψιθύρισε μετ' ενδομύχου συγκινήσεως το «Εισελεύσομαι εις τον οίκον σου», κι η θειά το Μαλαμώ, αφού ήλλαξε την φ'στάνα της την βρεγμένην κι εφόρεσεν άλλην, στεγνήν, και το γ'νάκι της το καλό, τα οποία ευτυχώς είχεν εις αβασταγήν καλώς φυλαγμένα υπό την πρώραν της βάρκας, έδεσε μέγα σάρωθρον εκ στοιβών και χαμοκλάδων και ήρχισε να σαρώνη το έδαφος του ναού, ενώ αι γυναίκες αι άλλαι ήναπταν επιμελώς τα κανδηλια, και ήναψαν μέγα πλήθος κηρίων εις δυο μανουάλια, και παρεσκεύασαν μεγάλην πυράν με ξηρά ξύλα και κλάδους εις το προαύλιον του ναού, όπου εσχηματίζετο μακρόν στένωμα παράλληλον του μεσημβρινού τοίχου, κλειόμενον υπό σωζομένου ορθού τοιχείου γείτονος οικοδομής, κι εγέμισαν άνθρακας το μέγα πύραυνον, το σωζόμενον εντός του Ιερού Βήματος, και έθεσαν το πύραυνον εν τώ μέσω του ναού, ρίψασαι άφθονον λίβανον εις τους άνθρακας. Και ωσφράνθη Κύριος ο Θεός οσμήν ευωδίας. Έλαμψε δε τότε ο ναός όλος, και ήστραψεν επάνω εις τον θόλον ο Παντοκράτωρ με την μεγάλην κι επιβλητικήν μορφήν, και ηκτινοβόλησε το επίχρυσον και λεπτουργημενον με μυρίας γλυφάς τέμπλον, με τάς περικαλλείς της αρίστης Βυζαντινής τέχνης εικόνας του, με την μεγάλην εικόνα της Γεννήσεως, όπου «Παρθένος καθέζεται τα Χερουβείμ μιμουμένη», όπου θεσπεσίως μαρμαίρουσιν αι μορφαί του Θείου Βρέφους και της αμώμου Λεχούς, όπου ζωνταναι παρίστανται αι όψεις των αγγέλων, των μάγων και των ποιμένων, όπου νομίζει τις ότι στιλβει ο χρυσός, ευωδιάζει ο λίβανος και βαλσαμώνει η σμύρνα, και όπου, ως εάν η γραφική ελάλει, φαντάζεται τις επί μίαν στιγμήν ότι ακούει το «Δόξα εν υψίστοις Θεώ»!
Εν τώ μέσω δε κρεμαται ο μέγας ορειχάλκινος και πολυκλαδος πολυέλαιος, και ολόγυρα ο κρεμαστός χορός, με τάς εικόνας των Προφητών και Αποστόλων, υφ' ον ετελούντο το πάλαι οι σεμνοί γάμοι των χριστιανών ανδρογύνων. Και ολόγυρα αι μορφαί των Μαρτύρων, Οσιων και Ομολογητών. Ίστανται επί των τοίχων ηρεμούντες, απαθείς, οποίοι εν τώ Παραδείσω, ευθύ και κατά πρόσωπον βλέποντες, ως βλέπουσι καθαρώς την Αγίαν Τριάδα. Μόνος ο Άγιος Μερκούριος, με την βαρείαν περικεφαλαίαν του, με τον θώρακα, τάς περικνημίδας και την ασπίδα, φαίνεται ολίγον τι εγκαρσίως βλέπων και κινούμενος και ορών, εις τα δεξιά του ναού, εκεί όπου διατρυπά με το δόρυ του τον επί θρόνου καθήμενον ωχρόν Παραβάτην. Πελιδνός ο παράφρων τύραννος, με το βλέμμα σβήνον, με το στήθος αιμάσσον, μάτην προσπαθεί ν' αποσπάση από το στέρνον του τον οξύν σίδηρον, και εξεμεί μετά της τελευταίας βλασφημίας και την μιαράν ψυχήν του. Γείτων της τρομακτικής ταύτης σκηνής παρίσταται γλυκεία και συμπαθεστάτη εικών, ο Άγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδίον, κρατούμενον εκ της χειρός υπό της μητρός του, της Άγιας Ιουλίττης. Διά δώρων και θυσιών εζήτει ο διώκτης Αλέξανδρος να ελκύση το παιδίον, και διά του παιδίου την μητέρα.
Αλλ' ο παίς, καλών την μητέρα του και υποψελλίζων του Χριστού το όνομα, έπτυσε τον τύραννον κατά πρόσωπον, και εκείνος εξαγριωθείς εκρήμνισε το παιδίον από της μαρμαρίνης κλίμακος, όπου συνέτριψε το τρυφερόν και διά στεφάνους πλασθέν κρανίον.
Και εις την χηβαδα του Ιερού Βήματος, υψηλά, εφαινετο στεφανουμενη υπό αγγέλων η των Ουρανών Πλατυτέρα. Και κατωτερω, περί το θυσιαστήριον, ίσταντο, άρρητον.σεμνότητα αποπνέουσαι, αι μορφαί των μεγάλων Πατέρων, του Αδελφοθέου, του Βασιλείου, του Χρυσοστόμου και του Θεολόγου, και εφαινοντο ως να έχαιρον διότι έμελλον ν' ακουσωσι και πάλιν τάς ευχάς και τους ύμνους της Ευχαριστίας, ούς αυτοί εν Πνεύματι συνέθεσαν. Πέριξ δέ, και εντός και εκτός, εικονιζετο περιτεχνως όλον το Δωδεκάορτον και τα τάγματα των αγγέλων, και η βρεφοκτονία, και οι κόλποι του Αβραάμ και ο ληστής ο επί του σταυρού ομολογήσας.
Όταν έφθασαν εις το Κάστρον και εισηλθον εις τον ναόν του Χριστού, τόσον θάλπος εθώπευσε την ψυχήν των, ώστε, αν και ησαν κατάκοποι, αν και ενυσταζον τινές αυτών, ησθανθησαν τόσον την χαράν του να ζωσι και του να εχωσι φθάσει αισίως εις το τέρμα της πορείας των, εις τον ναόν του Κυρίου, ώστε τους έφυγε πάσα νύστα και πάσα κόπωσις. Οι αιπόλοι, ευρόντες ενασχόλησιν και πρόφασιν όπως καπνιζωσι καθήμενοι, και ενίοτε όπως εξαπλωνωνται και κλεπτωσιν από κανέναν ύπνον τυλιγμένοι με τες καππες των παρά το πύρ, είχον ανάψει έξω δυο πυρσούς, τον ένα έμπροσθεν του Ιερού Βήματος, τον άλλον προς το βόρειον μέρος. Εντός του ναού η θερμότης ήτο λίαν ευάρεστος, τη βοηθεία των έσωθεν και έξωθεν πυρών. Και είχον σωρεύσει πάμπολλας δέσμας ξηρών ξύλων και κλάδων οι εκεί καταφυγόντες αιπόλοι, με τάς ολιγας αίγας και τα ερίφια των, όσα δεν είχον ψοφήσει ακόμη από τον βαρύν χειμώνα του έτους εκείνου, οι τραχείς αιπόλοι, οίτινες είχον σώσει και τους δυο υλοτόμους εκ του αποκλεισμού της χιονος. Και είτα ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν και εψαλη η λιτή της μεγαλοπρεπούς εορτής, μεθ' ο ο κύρ Αλεξανδρής ήρχισε τάς αναγνώσεις, και όσοι ήσαν νυστασμενοι, απεκοιμηθησαν σιγά εις τα στασίδια των (ά! εμελλον άρα του Προφητάνακτος οι θεσπέσιοι ύμνοι από ψαλμών να καταντήσωσιν ανάγνωσις νυστακτική, και ως ανάγνωσις να παραλειπωνται όλως, ως φορτικόν τί και παρέλκον!), βαυκαλιζόμενοι από την έρρινον και μονότονον απαγγελίαν του κύρ Αλεξανδρή. Ο αγαθός γέρων ήτο εκ του αμιμήτου εκείνου τύπου των ψαλτών, ών το γένος εξελιπε δυστυχώς σήμερον. Έψαλλε κακώς μέν, αλλ' ευλαβώς και μετ' αισθήματος. Κανέν σχεδόν κώλον δεν έλεγεν ορθώς, ούτε μουσικώς, ούτε γραμματικώς. Πότε εν και ήμισυ κώλον τα ήνου εις έν, πότε δυο και ήμισυ τα διήρει εις τέσσαρα.
Αλλά προκριτωτέρα η αμάθεια της δοκησισοφίας…
Αλλ’ ότε ο ιερεύς εξελθών έψαλε το «Δεύτε ίδωμεν, πιστοί, πού εγεννήθη ο Χριστός», τότε αι μορφαί των Αγίων εφάνησαν ως να εφαιδρύνθησαν εις τους τοίχους. «Ακολουθησωμεν λοιπόν ένθα οδεύει ο αστήρ», και ο κύρ Αλεξανδρής ενθουσιών έλαβε την υψηλήν καλάμην και έσεισε τον πολυέλαιον με τάς λαμπάδας όλας ανημμένας. «Αγγελοι υμνούσιν ακαταπαύστως εκεί», και εσείσθη ο ναός όλος από την βροντώδη φωνήν του παπα-Φραγκούλη μετά πάθους ψάλλοντος: «Δόξα εν υψιστοις λέγοντες τώ σήμερον εν σπηλαίω τεχθέντι», και οι άγγελοι οι ζωγραφιστοί, οι περικυκλούντες τον Παντοκράτορα άνω εις τον θόλον, έτειναν το ούς, αναγνωρισαντες οικείον αυτοίς τον ύμνον.
Και είτα ο ιερεύς επήρε καιρόν και ήρχισε να προσφέρη τώ Θεώ θυσίαν αινέσεως.
Αίφνης ηκούσθησαν φωναί έξωθεν του ναού. Εξήλθον τινές των ανδρών να ίδωσι τί τρέχει. Εξήλθε κι η θειά το Μαλαμώ, κι ο κύρ Αλεξανδρής έμεινε με τα γυαλιά εις τα όμματα, βλέπων προς την θύραν αριστερά του, και διέκοψε την ψαλμωδίαν του. Ο παπάς έρριψεν αυστηρόν βλέμμα προς τον ψάλτην και τον εκάρφωσεν εις την θέσιν του.
Τάς φωνας ειχον ρηξει ο είς των αιπόλων και ο είς των υλοτόμων, οίτινες ετυχον καθήμενοι παρά τον πυρσόν, ανατολικως του ναΐσκου. Δία των φωνών τούτων είχον απαντήσει εις τίνας κραυγάς ελθουσας απ' αντίκρυ, εκ της θαλάσσης. Εκεί, εν μέσω του Κάστρου και της βραχώδους ακτής του Κουρουπή, εσχηματίζετο επισφαλής όρμος, ο Μικρός Γιαλός. Αι κραυγαι ηρχοντο ακριβώς εκ της γειτονιάς των απεσπασμένων βράχων και σκοπέλων, υπό την φοβεράν ακτήν του Κουρουπή.
Παρήλθε πολλή ώρα έως ου εννοησωσι τί τρέχει. Όλοι σχεδόν οι εκκλησιαζόμενοι ειχον εξέλθει του ναού. Έμειναν μόνοι ο ιερεύς, όστις εκρατείτο ακλόνητος εις το χρέος του, φορεμενος ήδη τα ιερά άμφια, ετοιμαζόμενος να προσέλθη εις την προσκομιδήν, και ο κύρ Αλεξανδρης, τον οποίον εκράτει το βλέμμα του ιερέως.
Εν τουτοις, κατ' εικασίαν μάλλον ή εκ βεβαίας πληροφορίας, εννόησαν ότι εκεί, υπό τον Κουρουπή, είχε προσαράξει πλοίον από του πελάγους ερχόμενον. Η σελήνη είχε δύσει και ο πυρσός δεν έρριπτε πόρρω το φώς. Εβλεπον αμυδρώς εκεί απέναντι, εις απόστασιν μιλίου σχεδόν, επί του μαυρισμένου όγκου των αλικτύπων βράχων, έβλεπον σώμα τί αμυδρώς κινούμενον, μελανώτερον των βράχων. Αντήχουν εν τη σιγή της νυκτός, μεγεθυνόμεναι από τάς ηχούς, κραυγαί αγωνίας και ταραχής, όμοιαι μ’ εκείνας τάς οποίας εκχύνουσι κινδυνεύοντες άνθρωποι ή ναυαγοί σαστισμένοι.
Οι άνδρες έσπευσαν να ρίψωσιν επί της πυράς όσα κλαδιά είχον πρόχειρα ακόμη, σχηματίζοντες ογκωδεστέραν την φλόγα. Άλλο μέσον βοηθείας δεν είχον ταχύ.
Εν τούτοις, ο Στεφανής ο πορθμεύς και ο Μπάντας και ο Νυφιώτης ο Γιάννης και ο Αργύρης και ο αδελφός του έλαβον ανά ένα δαυλόν και τα δυο φανάρια, και απεφάσισαν να κατέλθωσι τρέχοντες εις τον Μικρόν Γιαλόν. Αλλ’ εάν ο κρημνώδης ορμίσκος δεν ήτο χιονισμένος, θα εχρειάζετο σχεδόν ημίσεια ώρα διά να κατέλθη τις εκεί από το Κάστρον, και τώρα όπου ήτο χιονισμένος, και ήτο νύξ, τρίτη ώρα μετά τα μεσάνυκτα, ούτε μία ώρα δεν θα ήρκει. Εις μίαν δε ώραν ηδύναντο να κατασυντριβώσι δεκάδες πλοίων και να πνιγώσιν εκατοντάδες ανθρώπων.
Ουχ ήττον οι άξεστοι εκείνοι άνθρωποι, εκ της αυθορμήτου εκείνης φιλανθρωπίας, ήτις είναι οιονεί φυσική ορμή, ως συμπάθεια της σαρκός προς την σάρκα, και είναι το πρώτον και τελευταίον αίσθημα το συγκινούν την καρδίαν, μετά την πρώτην έκπληξιν, και πριν προφθάσασα πνεύση η παγερά πνοή της φιλαυτίας και αδιαφορίας, οι άνθρωποι, λέγω, εκείνοι έλαβον τους δαυλούς των και έτρεξαν έξω της πύλης και της γέφυρας, και ήρχισαν να τρέχωσι τον κατήφορον. Οι λοιποί, μείναντες επάνω, ησχολούντο ν’ ανανέωσιν ολονεν την φλόγα, μή παύοντες να ρίπτωσι ξηρά κλαδιά εις το πύρ.
Ο ιερεύς εβραδυνεν επίτηδες εις την πρόθεσιν, κι εμνημόνευσε την πρωίαν εκείνην όσα ονόματα είχεν αποθαμένα, ού μόνον τα ιδικά του και των ελθόντων πανηγυριστών, αλλά και όλων των ενοριτών του, ού μόνον όσα είχε γραπτά, αλλά και όσα εκ μνήμης εγνωριζεν εγνώριζε δ’ εκ μνήμης όλα τα ονόματα της πολίχνης, αποθαμένα και ζωντανά. Εδεήθη και υπέρ διασώσεως του κινδυνεύοντος πλοίου, περί ού, χωρίς να ζητήση εξήγησιν, αμέσως είχεν εννοήσει τα συμβάντα.
Τέλος, αι κραυγαί μικρόν κατά μικρόν έπαυσαν, ησυχία επήλθεν. Εφάνη ότι βωβή συμφορά είχεν ενσκήψει ή ότι η δυσχέρεια έλαβε πέρας. Δυο άλλοι άνδρες ανησυχησαντες εξηλθον έως την Άγιαν Κυριακήν, πέραν της ξύλινης γέφυρας, με δυο πυρσούς εις τάς χείρας.
Παρηλθεν ολίγη ώρα· ο ιερεύς αργά αργά εμβήκεν εις την λειτουργίαν, ελπίζων να ηρχοντο εν τώ μεταξύ και οι απόντες. Αλλ’ η λειτουργία προυχώρει και ψυχή δεν εφαίνετο. Τέλος, εις το «Μετά φόβου Θεού», επέστρεψαν πρώτοι οι τελευταίοι εξελθοντες προς επισκόπησιν, ειτα εισήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής και οι μετ’ αυτού καταβάντες εις τον αιγιαλόν, και μετ’ αυτόν τρεις άγνωστοι με ναυτικά ενδύματα και με κηρωτούς επενδύτας. Έφθασαν όλοι ακριβώς όπως ασπασθώσι τας εικόνας και λαβωσι το αντίδωρον.
Ενώ ο κύρ Αλεξανδρης ανεγίνωσκε το «Ευλογήσω τον Κύριον», οι άνδρες εξηγούντο ταπεινή τη φωνή τα συμβάντα. Το εξόκειλαν πλοίον ήτο το γολέττι του καπετάν Κωσταντή του Λημνιαραίου, αυτοπροσώπως παρόντος εκεί. Ο ίδιος, ανήρ μεσήλιξ, βραχύς το σώμα, με αδρόν μύστακα, διηγείτο τα έξης: Προ δυο ημερών ήτο προσορμισμένος εις την Δάφνην, τον μεσημβρινόν όρμον του Αγίου Όρους, αλλ' ο βορειάς τον εζούριασε, αι αλυσίδες των αγκυρών του εκόπησαν υπό της βίας του ανέμου, και παρεσύρθη διά μιάς δέκα μίλια μακράν. Μάτην προσεπάθησε με όλας τάς δυνάμεις του να προσεγγίση εις τον Κωφόν, τον γνωστόν όρμον της Συκιάς, του μεσαίου λαιμού της Χαλκιδικης, όπου άμα εισπλεύση τίς, δεν βλέπει πλέον πόθεν εισεπλευσεν, αλλ όπου δυσκολως εισπλέει τίς. Ο όρμος ομοιάζει με λίμνην μεσόγειον, μή έχουσαν ορατόν στόμιον, τόσον είναι ασφαλής. Και το γολέττι, ξυλάρμενον, μετά ματαίας προσπαθείας, παρεσύρθη υπό της τρικυμίας προς τάς νήσους, όπου, την νύκτα εκείνην των Χριστουγέννων, οι αγωνιώντες ναυβάται είδον έξαφνα φώς, ως φάρον οδηγούντα αυτούς, τους πυρσούς, ούς είχον ανάψει έμπροσθεν του ναΐσκου του Χριστού οι τραχείς αιπόλοι. Ο πυρσός εκείνος εφανη προς αυτούς ως θείον πράγματι θαύμα, ως να εθερμαινοντο περί αυτόν αγραυλούντες οι ποιμένες εκείνοι, οι ακούσαντες το «Δόξα εν υψιστοις». Επλησίασαν, φερόμενοι μάλλον η πλέοντες, προς το μέρος τούτο, και τότε εκινδύνευσαν να κατασυντριβωσιν εις τους βράχους του Κουρουπή. Ευτυχώς, δι' επιτήδειου χειρισμού απεφυγον την καταστροφήν κι εκαθισαν το σκάφος εις τα ρηχά, επί της άμμου, όπου τόσον καλά ήτο εξησφαλισμενον, όσον δεν ηδυνατο να είναι με τάς δυο άγκυράς του, τάς μείνασας ως ομήρους εις τον βυθόν του όρμου της Δάφνης.
Εφεξεν ο Θεός την χαρμόσυνον ημέραν, και οι αιπόλοι εφιλοτιμηθησαν να σφαξωσι και ψησωσι δυο τρυφερά ερίφια, ενώ οι δυο υλοτόμοι είχαν φέρει από το βουνόν πολλάς δωδεκάδας κοσσύφια αλατισμένα· και ο καπετάν Κωσταντής ανεβίβασεν από το γολεττί, το οποίον ουδένα κίνδυνον διετρεχεν όπως ήτο καθισμένον, αν δεν έπνεε νότος από της ξηράς να το απώθηση προς το πέλαγος, ανεβιβασε δυο ασκούς γενναίου οίνου και εν κάλαθον με αυγά και κακαβαλι της Αίνου, και ημισειαν δωδεκάδα Όρνιθας και μικρόν βυτίον με σκομβρία. Και εφαγον πάντες και ηυφρανθησαν, εορτασαντες τα Χριστούγεννα μετά σπανίας μεγαλοπρεπείας επί του ερήμου εκείνου βράχου. Την νύκτα εκοιμήθησαν εν μέσω αφθόνων πυρών, με αρκετά δε σκεπάσματα και καππότες, όσα και οι εκ της πολίχνης πανηγυρισταί είχαν φέρει μεθ' εαυτών, και οι αιγοβοσκοί είχαν εις το Κάστρον, και ο εκ Λήμνου φιλότιμος καραβοκύρης εκομισεν από το πλοίον του.
Την επαύριον ο άνεμος εκόπασε, το ψύχος ηλαττώθη πολύ, και επωφελούμενοι την ανακωχήν του χειμώνος, απεφασισαν ν' απέλθωσιν. Ο μπαρμπα-Στεφανής και ο υιός του μετά δύο άλλων βοηθών επανήλθον εις την μικράν αμμουδιάν υπό τα Μποστάνια, καθείλκυσαν την λέμβον, επέβησαν αυτής, και κάμψαντες το Κάστρον, την έφεραν από σοφράν εις το βορειοανατολικόν μέρος. Τη βοήθεία της δυνατής βάρκας του μπάρμπα-Στεφανή και της μικράς φελούκας του Λήμνιου κυβερνήτου, τόσοι βραχίονες συμπονήσαντες, δεν εβραδυναν να ξεκαθισωσιν από την άμμον το γολέττι, το οποίον δεν είχε πάθει τίποτε, αλλ’ εφαινετο ως μαλακώς πλαγιασμένον και αναπαυόμενον κατόπιν πολλών κόπων. Και αποχαιρετίσαντες τους αιπόλους, επεβιβάσθησαν οι μέν εις το γολεττι, οι δε εις την βαρκαν, πότε ρυμουλκούμενην, πότε ρυμουλκούσαν, και με ιστία και με κώπας πλέοντες, διά της βορειανατολικής οδού την φοράν ταύτην, ως συντομωτέρας και ευπλοωτέρας εις την κάθοδον, έφθασαν αισίως εις την πολίχνην.

Εφ. «Εφημερίς», 26 Δεκεμβρίου 1887

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Στο Χριστό στο Κάστρο (1)


Ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του μεγάλου των ελληνικών γραμμάτων, Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, που μας παραπέμπει σε μια άλλη Ελλάδα που χάθηκε στον βοθρόλακκο του αθηναϊκού κράτους, ανάμεσα σε τσιφτετέλληνες, εργολάβους αντιπαραχών κάθε είδους, εξωνημένους πολιτικούς, ψευτοαριστερούς βολεψάκηδες και νεόπλουτους μαυραγορίτες...
Ζητούμε συγγνώμη για το μονοτονικό.
ΔΕΕ

Στο Χριστό στο Κάστρο

- «Το Γιάννη το Νυφιώτη και τον Αργύρη της Μυλωνούς τους έκλεισε το χιόνι απάν’ στο Κάστρο, την πέρα πάντα, στο Στοιβωτό τον ανήφορο, τ’ ακούσατε;»
Ούτως ωμίλησεν ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, αφού έκαμε την ευχαριστίαν του εξ οσπρίων και ελαιών οικογενειακού δείπνου, την εσπέραν της 23ης Δεκεμβρίου του έτους 186… Παρόντες ήσαν, πλην της παπαδιάς, των δυο αγάμων θυγατέρων και του δωδεκαετούς υιού, ο γείτονας ο Πανάγος ο μαραγκός, πεντηκοντούτης, οικογενειάρχης, αναβάς διά να είπη μίαν καλησπέραν και να πιή μίαν ρακιά, κατά το σύνηθες, εις το παπαδόσπιτο· κι η θειά το Μαλαμώ η Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ελθούσα διά να φέρη την προσφοράν της, χήρα εξηκοντούτις, ευλαβής,
πρόθυμος να τρέχη εις όλας τάς λειτουργίας και να υπηρετή δωρεάν εις τους ναούς και τα εξωκκλήσια.
«Τ' ακούσαμε κι ημείς, παπά» απήντησεν ο γείτονας ο Πανάγος, «έτσ’ είπανε».
«Τί είπανε; Είναι σίγουρο, σάς λέω» επανέλαβεν ο παπα-Φραγκούλης. «Οι βλοημένοι, δε θα βάλουν ποτέ γνώση. Επήγαν με τέτοιον καιρό να κατεβάσουν ξύλα, απάν απ’ του Κουρουπή τα κατσάβραχα, στο Στοιβωτό, εκεί πού δεν μπορεί γίδι να πατήση. Καλά να τα παθαίνουν!»
«Μυαλό δεν έχουν αυτός ου κόσμους, θα πώ» είπεν η θειά το Μαλαμώ. «Τώρα οι αθρώποι γινήκαν αποκότοι».
«Να είχανε τάχα τίποτα κ’ μπάνια μαζί τ’ ς;» είπεν η παπαδιά.
«Ποιός του ξέρ’ ;» είπεν η θειά το Μαλαμώ.
«Θα είχανε, θα είχανε κουμπάνια» υπέλαβεν ο Πανάγος ο μαραγκός. «Αλλοιώς δε γένεται. Πήγανε με τα ζεμπίλια τους γεμάτα. Και τουφέκι θα είχαν, και θηλειές να σταίνουν για τα κοτσύφια. Είχαν πάρει κι αλάτι μπόλικο μαζί τους, για να τ’ αλατίσουν για τα Χριστούγεννα».
«Τώρα, Χριστούγεννα θα κάμουν απάν στο Στοιβωτό τάχα;» είπε μετ’ οίκτου η παπαδιά.
«Να μπορούσε κανείς να τους έφερνε βοήθεια…» εψιθύρισεν ο ιερεύς, όστις εφαίνετο κάτι μελετών μέσα του.
Ήτον έως πενήντα πέντε ετών ο ιερεύς, μεσαιπόλιος, υψηλός, ακμαίος και με αγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εις την νεότητά του υπήρξε ναυτικός, κι εφαίνετο διατηρών ακόμη λανθανούσας δυνάμεις, ήτο δε τολμηρός και ακάματος.
«Τί βοήθεια να τους κάμουνε;» είπεν ο Πανάγος ο μαραγκός. «Απ’ τη στεριά, ο τόπος δεν πατιέται. Ερριξε, έρριξε χιόνι, κι ακόμα ρίχνει. Χρόνια είχε να κάμη τέτοια βαρυχειμωνιά. Ο Άη-Θανασης εγιν’ ένα με τα Κάμπια. Η Μυγδαλιά δεν ξεχωρίζει απ του Κουρούπη».
Ο Πανάγος ωνόμαζε τεσσάρας απεχούσας αλλήλων κορυφάς της νήσου. Ο παπα-Φραγκούλης επανέλαβεν ερωτηματικώς:
«Κι απ’ τη θάλασσα, μαστρο Πανάγο;»
«Απ’ τη θάλασσα, παπά, τα ίδια και χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ. Όλο και φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Πού μπορείς να ξεμυτίσης όξ’ απ το λιμάνι, κατά τ’ Ασπρόνησο!»
«Από Σοφράν το ξέρω, Πανάγο, μα από Σταβέτ;» Ο ιερεύς επροφερεν ούτω τους όρους Sopra vento και Sotto vento, ήτοι το υπερήνεμον και υπήνεμον, εννοών ειδικώτερον το βορειοανατολικόν και το μεσημβρινοδυτικόν.
«Από Σταβέτ, παπά, μα είναι φόβος μην τόνε γυρίση στο μαΐστρο».
«Μα τότε, πρέπει να πέσουμε να πεθάνουμε» είπεν ως εν συμπεράσματι ο ιερεύς. «Δεν είναι λόγια αυτά, Πανάγο».
«Έ, παπά μ’, ο καθένας τώρα έχει το λογαριασμό τ’. Δεν πάει άλλος να βάλη το κεφάλι του στον τρουβά, κατάλαβες, για να γλυτώσ’ εσένα».
Ο παπα-Φραγκούλης εστέναξεν, ως να ώκτειρε την ιδιοτέλειαν και μικροψυχίαν, ής ζώσα ηχώ εγίνετο ο Πανάγος.
«Και τί θα πάθουνε, το κάτω κάτω;» επανέλαβεν, ως διά ν ανάπαυση την συνείδησίν του, ο μαραγκός. «Νά, θα είναι χωμένοι σε καμμία σπηλιά, τσακμάκι θα χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι να μου χε κι εμέ η Πανάγαινα απόψε στην παραστιά μου τη φωτιά πού θεν έχουν αυτοί. Για μία βδομάδα πάντα, θα είχανε κουμπάνια, και δεν είναι παραπαν από πέντε μέρες πού αγρίεψε ο χειμώνας».
«Να πήγαινε τώρα κανένας να λειτουργήση το Χριστό στο Κάστρο» επανέλαβεν ο ιερεύς, «θά είχε διπλό μισθό, πού θα τους έφερνε κι αυτούς βοήθεια. Πέρσυ πού ήταν ελαφρότερος ο χειμώνας, δεν πήγαμε. Φέτος πού είναι βαρύς…»
Και διεκόπη, ως να είπε πολλά. Ο αγαθός ιερεύς είχεν ήθος ανθρώπου λέγοντος οιονεί κατά δόσεις ό,τι είχε να είπη. Εκ των υστέρων θα φανή ότι είχε την απόφασίν του και ότι όλα τα προοίμια ταύτα ησαν μεμελετημενα.
«Και γιατί δεν κάνει κάλον καιρό ο Χριστός, παπά, αν θέλη να πάνε να τον λειτουργήσουνε στην εορτή του;» είπεν αυθαδώς ο μαστροΠανάγος.
Ο ιερεύς τον εκοίταξε με λοξόν βλέμμα και είτα ηπίως του είπε:
«Έ, Πανάγο γείτονα, δεν ξέρουμε, βλέπω, τί λέμε… Πού είμαστε ημείς ικανοί να τα καταλάβουμε αυτά! Αλλο το γενικό και άλλο το μερικό και το τοπικό, Πανάγο. Η βαρυχειμωνιά γίνεται για κάλο, και για την ευφορίαν της γής και για την υγείαν ακόμα. Ανάγκη ο Χριστός δεν έχει να πάνε να τον λειτουργήσουνε… Μα όπου είναι μία μερική προαίρεσις καλή κι έχει κανείς και χρέος να πληρώση, ας είναι και τόλμη ακόμα, και όπου πρόκειται να βοηθήση κανείς ανθρώπους, καθώς εδώ, εκεί ο Θεός έρχεται βοηθός, και εναντίον του καιρού, και με χίλια εμπόδια. Εκεί ο Θεός συντρέχει και με ευκολίας πολλάς και με θαύμα ακόμα, τί νομίζεις, Πανάγο; Έπειτα, πώς θέλεις να κάμη ο Χριστός καλόν καιρό, αφού άλλες χρονιές έκαμε και ημείς από αμέλεια δεν πήγαμε να τον λειτουργήσουμε;»
Όλοι οι παρόντες ηκροάσθησαν εν σιωπή την σύντομον και αυτοσχέδιον ταύτην διδαχήν του παπά.
Η θειά το Μαλαμώ έσπευσε να είπη:
«Αλήθεια, παπά μ’ , δεν είναι κάλο πράμα αυτοδά, θα πώ, ν’ αφήνουν τόσα χρόνια τώρα το Χριστό αλειτούργητο την ημέρα της Γέννας του… Για τούτο θα μάς χαλάσ’ κι ου Θεός!»
«Κι είχαμε κάμει κι ένα τάξιμο πέρυσι το Δωδεκαμερο — αλήθεια, παπαδιά;» είπεν αίφνης στραφείς προς την συμβίαν του ο ιερεύς. Η παπαδιά τον εκοίταξεν ως να μην ενόει.
«Όπου ήταν άρρωστος αυτός ο Λαμπράκης» επανελαβεν ο ιερεύς, δεικνύων τον δωδεκαετή υιόν του. «Θυμάσαι το τάμα πού κάμαμε;» Η παπαδιά εσιώπα.
«Έταξες, αν γλυτώση, να πάμε σα μπροστά να λειτουργήσουμε το Χριστό, την ημέρα της εορτής του».
«Το θυμούμαι» είπε σείουσα την κεφαλήν η παπαδιά.
Τώ όντι, ο μόνος υιός του παπά, ο δωδεκαετής Σπύρος, ον αυτός απεκάλει ειρωνικώς και θωπευτικώς Λαμπράκην, ένεκα της άκρας ισχνότητος και αδυναμίας, εξής έφεγγεν οιονεί το προσωπάκι του, είχε κινδυνεύσει ν’ αποθάνη πέρυσι τάς ημέρας των Χριστουγέννων. Η παπαδιά, ήτις ήγγιζεν ήδη το πεντηκοστόν και τον είχε μόνον και υστερόγονον, κατόπιν τεσσάρων επιζώντων κορασιών, ών αι δυο πρώται ήσαν υπανδρευμέναι ήδη, και μετά οκτώ γέννας, ών αι δυο δίδυμων, και πέντε θανάτους, η παπαδιά είχε τάξει, αν εγλύτωνε το αγόρι της, να υπάγη του χρόνου να λειτουργήση τον Χριστόν.
Το ενθυμείτο και το εσυλλογίζετο προ ημερών, και απ’ αρχής της ομιλίας του παπά αυτό μόνον εσκέπτετο. Αλλ’ έβλεπεν ότι εφέτος θα ήτο δυσκολωτατον, φοβερόν, ανήκουστον τόλμημα, ένεκα του βαρέος χειμώνος, και εφρόνει ότι ο Χριστός θα ήτο συγγνώμων και θα παρεχώρει νέαν προθεσμίαν. Εν τούτοις, γνωρίζουσα την συνήθη τακτικήν του παπά, ως και την ισχυρογνωμοσύνην του, απεφάσισεν ενδομύχως να μή αντιλέξη. Και ου μόνον τούτο, αλλά και άλλο τί ηρωικώτερον και εις πολλούς απίστευτον όπου αποφασίση να υπάγη ο παπάς, να υπάγη κι αύτη μαζί του.
Ήτο γυνή δειλοτάτη, αλλά μόνον ενόσω ευρίσκετο μακράν του παπά. Όταν ήτο πλησίον του παπά της, ελάμβανε θάρρος, η καρδία της εζεσταίνετο και δεν εφοβείτο τους κινδύνους. Εάν τυχόν ανεχώρει ο παπάς χωρίς αυτής, να υπάγη εις το Κάστρον, η καρδούλα της θα έτρεμεν ως το πουλάκι το κυνηγημένον. Αλλ’ εάν την έπαιρνε μαζί του, θα ήτο ησυχωτάτη. Η μεγάλη κόρη, η εικοσαέτις το Μυγδαλιώ, ενόησεν αμέσως τα τρέχοντα, και ήρχισε, παρά το πλευρόν της μητρός της καθημένη, πλησίον της εστίας, να ολολύζη ταπεινή τη φωνή εις το ούς της μητρός της:
«Πού θα πάτε, θα πώ; Παλαβώσατε, θα πώ; Με τέτοιον καιρό! να πάτε στο Κάστρο; Ώχ, καημένη… Τί να γίνω;»
Η νεώτερα κόρη, η δεκαεξαέτις το Βασώ, αρχίσασα και αύτη να εννοή, υπεψιθύρισε:
«Τί λέει; Θα πάνε στο Κάστρο; Κι άρχισες τα κλάματα! Μουρλάθηκες; Σιώπα, θα με πάρουν κι εμέ μαζί. Θα με πάρετε, μά;»
«Σούτ! Λ’ φάξτε!» είπεν αυστηρώς η παπαδιά. «Τί τρέχει;» είπεν η θειά το Μαλαμώ, ακούσασα τους ψιθυρισμούς εκείθεν της εστίας.
«Τίποτε, Μαλαμώ» είπε με αυστηρόν βλέμμα ο παπάς. «Ησύχασε, Πανάγο» είπε, στραφείς προς τον γείτονα τον μαραγκόν, ευρών εύσχημον τρόπον να τον αποπέμψη, «δέν πάς, να ‘χης την ευχή, να πής του μπαρμπα-Στεφανή του Μπέρκα να ρθή από δω; Τόνε θέλω να τ’ πώ».
Ο Πανάγος ο μαραγκός ηγέρθη, υψηλός, μεγαλόσωμος, ολίγον κυρτός, τινάξας τα σκέλη του.
«Πηγαίνω, παπά» είπε. «Θέλω κι εγώ να πάω να ιδώ μή μο’ χή τίποτα η Παναγαινα για να φαμ’ απόψε».
«Πήγαινε να του πής πρώτα, κι ύστερα γυρίζεις και τρώτε».
«Η ευχή σας. Καληνυχτά, παπαδιά». Και εξήλθε.
«Τί λέει, θα πώ» είπεν η θειά το Μαλαμώ μετά την αναχώρησιν του Πανάγου, «θά πάς στο Κάστρο, παπά;»
«Να ιδούμε τί θα μάς πή κι ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μπερκας».
«Ιγω, ενας-ίμ» είπεν η θειά το Μαλαμώ, «α’ θε πάς, έρχουμι».
«Κι ιγώ» είπεν η παπαδιά.
«Δεν είναι για να ρθης εσύ, παπαδιά» είπεν ο ιερεύς. «Φτάνει πού θα κακοπαθησω εγώ. Δεν πρέπει να λείψουμε κι οι δυο απ’ το σπίτι».
«Ιγώ το καμα του τάμα» είπεν η παπαδιά.
«Μα αν πάω εγώ, το ίδιο είναι».
«Δεν είμαι ήσυχη, αν δεν είμαι κουντά σου, παπά μ’ » είπεν η παπαδιά.
«Κι ημάς, πού θα μάς αφήσετε!» έκραξε με δάκρυα εις τους οφθαλμούς το Μυγδαλιω.
«Σιωπά, καημένη» είπε το Βάσω. «Θα με παρ’ νέ κι εμένα μαζί, σιωπά!»
«Ναί, εσενά σ’ φαίνεται πώς εισ’ ακόμα μικρή, χαδούλα μ’ ! Γιατί ετσ’ σ’ εμάθανε. Δε φταίς εσύ!» είπε το Μυγδαλιώ, εκχύνουσα την ενδόμυχον ζηλειαν της επί τη τύχη της αδελφής της, ήτις, ως μικρότερα, δεν είχε κρυφθή ακόμη, ήτοι δεν απειργετο της κοινωνίας ως αι προς γάμον ώριμοι, και απέλαυε σχετικής τίνος ελευθερίας.
Ο μικρός Λαμπράκης είχε πέσει επί τον τράχηλον της μητρός του.
«Θα με πάρετε κι έμενα μαζί, μάννα;» εψιθυρισε περιπτυσσομενος τον λαιμόν της.
«Τί λές, χαδουλη μ’ ! Τί λές, πιδί μ’ » απήντησε φιλούσα αυτόν η παπαδιά. «Εγώ, αν πάω, για σένα θα πάω, γυιέ μ’, κι αν απομείνω, για σενα θ’ απομείνω, γυιόκα μ’, για να μην κρυώσης. Όπως αποφασίση ο παππας σ’, μικρό μ’. Τώρα, σύρ’ να πής την προσευχή σ’ και να κάμης μετάνοια ‘τα παππάσ’, να πλαγιάσης, για να μή μαργώνης, κανάρι μ’!» «Ναί, θα πάς, αμ’ δε θα πάς!» έκραξε το Μυγδαλιώ, απαντώσα εις εν ρήμα της μητρός της.
«Σιωπάτε! Ακόμα δεν αποφασίσαμε τίποτε, κι εσηκώσατ επανάσταση» είπεν ο παπάς. «Να ιδούμε τί θα μάς πή κι ο μπαρμπα-Στεφανής».
Είτα στραφείς προς την παπαδιά: «Μάς φέρανε τίποτε λειτουργίες, μπαριμ» Η παπαδιά έδειξε διά του βλέμματος, σκεπασμένας με ραβδωτήν διχρουν σινδόνα, τάς ολίγας προσφοράς, όσας είχαν φέρει εις την οικίαν του ιερέως τινές των ενοριτισσών, μελλουσαι να μεταλαβώσι τη επαύριον, παραμονή των Χριστουγέννων. Η θειά το Μαλαμώ τάς είχεν ιδεί προ πολλού, και προσεπάθει να τάς ξεσκεπάση οιονεί με τάς ακτίνας του βλέμματος, να μαντεύση ως πόσαι να ήσαν.
«Μάς βρίσκεται και τίποτε παξιμάδι;» ηρώτησε πάλιν ο ιερεύς.
«Θα έμεινε κάτι ολίγο απ της Παναγίας. Όλο το Σαρανταήμερο ζυμώνομε κι τρώμε απ’ τα βλογούδια» είπεν η πρεσβύτερα. Βλογούδια ήσαν οι μικροί σταυροσφράγιστοι αρτισκοι, οι προσφερόμενοι υπό των ενοριτών εις τους οίκους των ιερέων κατά το Σαρανταήμερον. Αντί όμως αρτίσκων, αι περισσοτεραι ενορίτισσαι κατά τους τελευταίους χρόνους επροτίμων να προσφέρωσιν απλούν άλευρον, και διά τούτο η παπαδιά είπεν ότι «εζυμωναν απ τα βλογούδια».
Βήμα ηκούσθη εις τον πρόδομον. Ηνοιχθη η θύρα και εισήλθεν ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μπέρκας, υψηλός, στιβαρός, σχεδόν εξηκοντούτης, με παχύν φαιόν μύστακα, με σκληρόν και ηλιοκαές δέρμα, φορών πλατύν κούκκον και καμιζόλαν μάλλινην βαθυκυανον, με το ζωνάρι κόκκινον, δυο πιθαμές πλατύ. Κατόπιν τούτου εφανη και άλλη μορφή, ορθή ιστάμενη παρά την θύραν. Ητο ο Πανάγος ο μαραγκός, όστις, αν και ειχεν αφήσει την καλήν νύκτα, ειπών ότι θα μετέβαινεν οίκαδε να δειπνήση, ουχ ήττον, κεντηθείσης, φαίνεται, της περιεργείας του να μάθη τί τον ήθελαν τον μπαρμπα-Στεφανή τον Μπέρκαν, ανέβη και πάλιν εις την οικίαν του παπά.
«Καπετάν Στεφανή» είπεν ο ιερεύς, «τί λές, μ’ αυτόν τον καιρό μπορεί κανείς να πάη στο Κάστρο με τ’ βάρκα, από σταβέτ;»
«Από Σταβέτ; Με τ’ βάρκα; Στο Κάστρο;» ηκούσθη από της θύρας ως καινή τις πρωθύστερος και ανάστροφος ερωτηματική ηχώ.
Ήτο ο μαστρο-Πανάγος ο μαραγκός, με την κεφαλήν προέχουσαν εις το ανώφλιον, με την μίαν πλευρά οιονεί κολλημένην επί του παραστάτου. Αλλ’ ο μπαρμπα-Στεφανης, μόλις ηκουσε την ερώτησιν του ιερέως, και χωρίς να σκεφθή πλέον του δευτερολέπτου, με την χονδρήν, ταχείαν κι εμπερδεμενην προφοράν του, ανέκραξε:
«Μπράβο, μπράβο! Ακούς, ακούς! Στο Κάστρο; μετά χαράς! Όρεξη να χης, όρεξη να χης, παπά!»
«Να άνθρωπος!» είπεν ο παπάς. «Έτσι σε θέλω, Στεφάνη! Τί λές, είναι κίνδυνος;»
«Κίντυνος, λέει; Ντίπ καταντίπ, καθολ’ ! Εγώ σας παίρνω απάνου μ’ , παπά. Μοναχά πώς μπορεί να κρυώσετε, τίποτε άλλο. Θα ρθή κι η παπαδιά, θα ρθή κι άλλος κόσμος, πολύς κόσμος; Η βάρκα είναι μεγάλη, κατάλαβες, παίρνει κι τριάντα νοματοι, κι σαράντα νοματοι, κι μ’ ουλές τις κουμπχνιές σας, με τα σεγίχ σας, με τα πράματά σας. Κι η φουρτούνα τώρα, κατάλαβες, όσο πάει κι πεφτ’. Ταχιά θα χουμε καλωσυνη, μπονάτσα, κάλμα. Όλο κι καλωσ νεύει, νά, τώρα καλωσυνεψε!»
Ως διά να ψεύση την διαβεβαίωσιν του γέροντος πορθμέως, οξύς συρριγμος παγερού βορρά ηκουσθη, σείων τα δένδρα του κήπου και τους ξυλοτοίχους του μαγειρείου επί του σκεπαστού εξωστου της οικίας, αι ύελοι δε και τα παράθυρα απήντησαν διά γοερού στεναγμού.
«Νά, ακούς; Καλωσύνεψε!» είπε καγχάζων θριαμβευτικως ο μαστροΠανάγος.
«Σιωπά εσύ, δεν ξερ'ς εσύ» ανεκραξεν ο Στεφάνης. «Εσύ ξερ'ς να πελεκάς στραβόξυλα και να καρφώνης μαδέρια. Αύτη είναι η στερνή δύναμη της φουρτούνας, είναι αέρας πού ψ' χομαχαει. Αύριο θα μαλακωσ ο καιρός, σάς λέω εγώ. Μπορεί να χουμε ακόμα και καμμία μικρή χιόνια, δε σας λέω, μα ημεις, από σταβέτ, ανάγκη δεν έχουμε».
«Και σαν τόνε γυρίση στο μαΐστρο;» επεμεινεν ο μαραγκός.
«Κι χωρίς να τόνε γυρίση στο μαΐστρο, εγώ σ' λέω πώς απ' την Κεχριά κι εκεί θεν έχουμε θαλασσίτσα» είπε τριβών τάς χείρας ο Στεφάνης. «Αυτά είναι απ'θαλασσιές και δε λείπουν, κατάλαβες, κι ο κόρφος μπουκάρει ολοένα, κι ούλο στρίβει. Μα δε μας πειραζ' ημας αυτό. Εγώ σας παίρνω απάνου μ', ο Στεφάνης σας παίρνει απαν'τ !»
«Μπράβο, Στεφανή, τώρα μ έκαμες ν αποφασίσω. Ήπιες ρακί; Τράβα κι άλλο ένα» είπεν ο παπάς.
«Έχω πιεί πέντ εξ ως τώρα, έτσι να χω την ευχή σ', παπά».
«Πιέ κι άλλο ένα να γίνουν εφτά».
Ο μπαρμπα-Στεφανής ερρόφησε γενναίαν δόσιν εκ της μικράς φιάλης, της πάντοτε κενουμένης και ουδέποτε στειρευούσης, του ιερατικού μελάθρου.
«Είσαστ' έτοιμοι, είσαστ' έτοιμοι;» είπεν ακολούθως. «Πήρες τα ιερά σ’, παπά, τα χαρτιά σ’ ούλα, τα χεις έτοιμα; Έχετε τίποτε πράματα να σάς κουβαλήσω, για να μαστ' ασένιο;»
«Από τώρα;» είπεν ο παπα-Φραγκούλης. «Από τώρα! Τί λές; Να είμαστ’ απρόντο, παπά. Εγώ στες δυο θα ρθω να σάς φωνάξω, κι εσείς να είσαστ’ αλέστα. Διάβασε τί θα διαβάσης, παπά, κι στες τρεις να μπαρκάρουμε».
«Εγώ θα είμαι ξυπνητός απ τη μία» είπεν ο ιερεύς, «γιατί έχω το ξυπνητήρι μου… Κι έπειτα, είμαι μοναχός μου ξυπνητήρι. Μα στες τρείς, είναι πολύ νωρίς. Να χαράξη, Στεφάνη, και να μπαρκάρουμε».
«Στες τρείς, στες τέσσερες, παπά, για να μην πέση ο αέρας, να τον έχουμε πρύμα ως τες Κουκ’ναριές, να χουμε μέρα μπροστά μας. Από κεί ως το Μανδράκι κι ως τον Ασέληνο, τραβούμε σιγά σιγά με το κουπί. Από κεί ως τις Κεχρεές κι ως την Άγια Ελένη, θα μάς παίρνη αγάλι αγάλια με το πανάκι. Κι απ την Άγια Ελένη κι εκεί, αν δεν μπορέσουμε να μ’ ντάρουμε…»
«Έ, ύστερα;»
«Εγώ θαλασσώνω και βγαίνω στη στεριά, και σάς τραβώ με την μπαρούμα ως τον Άη Σώστη».
Εκάγχασαν όλοι προς τον αστεϊσμόν του απλοϊκού ναύτου, ο δε παπάς, όστις εφοβείτο και αυτός την τροπήν του ανέμου εις το μέρος περί ού ο λόγος, παρετηρησε προς παραμυθίαν των ακροατών:
«Μα εγώ λέω ότι θα μπορέσουμε στεριά να τραβήξουμε στην ακρογιάλια, τον κρεμνα τον ανήφορο. Όσο ψηλά κι αν το στοίβαξε το χιόνι στα βουνά, στες ακρογιαλιές ο τόπος πατιέται».
Έμειναν σύμφωνοι, να έλθη ο λεμβούχος να τους δώση είδησιν εις τάς τρεις διά να ετοιμασθούν, και εις τάς τεσσάρας να εκκινήσωσιν. Ο παπα Φραγκούλης διέταξε να τεθώσιν εις σάκκους αι προσφοραί, όσας είχε, και τινά δίπυρα, και εις δυο μεγάλα κλειδοπινάκια έθεσεν ελαίας και χαβιάρι. Εγέμισε δυο επταόκαδους φλάσκας με οίνον από την εσοδείαν του. Ετύλιξεν εις χαρτιά δυο η τρία ξηροχτάποδα, και μικρόν κυτίον το εγέμισεν ισχάδας και μεγαλόρραγας σταφίδας. Τα δυο παπαδοκόριτσα, με τα παράπονα και τους γογγυσμούς της η μία, με τους κρύφιους γέλωτας και την ελπίδα της συμμετοχής του ταξιδιού η άλλη, έβρασαν όσα αυγά είχαν, έως τεσσάρας δωδεκάδας, και τα έθεσαν εις τον πάτον ενός καλαθιού, το οποίον απεγέμισαν είτα με δυο προσφορά τυλιγμένα εις οθονας, με κηρία και με λίβανον. Προσέτι ο παπα-Φραγκούλης είχε παρακαλέσει τον μπαρμπα-Στεφανην να περάση από τα σπίτια δυο εμποροπλοιάρχων φιλών του, εκ των παραχειμαζόντων με τα πλοία των εις τον λιμένα, να τους παρακαλέση εκ μέρους του να του στείλουν, αν τους ευρισκετο, ολίγον κρέας σάλαθο, εξ εκεινού το οποίον μαγειρεύουν εις τα πλοία τα εκτελούντα μάκρους πλούς. Εκείνοι φιλοτιμηθέντες έστειλαν δυο μεγάλα τεμάχια, έως πέντε οκάδας τα δυό.
Όλας ταύτας τάς προμήθειας έκαμνεν ο παπάς προβλεπτικως διά τους αποκλεισθέντας εις το βουνόν από την χιονα, περί ων έγινε λόγος εν άρχη, καθώς και δι εαυτόν και τους μεθ' εαυτού συνεκδημησοντας προσκυνητας, καθ όσον ενδεχόμενον ήτο να θυμώση και πάλιν ο καιρός και να τους κλείση ο χειμών εις το Κάστρον, αν εν τοσούτω έμελλον να φθάσωσιν εις το Κάστρον σώοι και υγιείς. Πριν κατακλιθή, ο παπα-Φραγκούλης έστειλε μήνυμα εις τον συνεφημέριόν του τον παπα-Αλέξην, όστις άλλως ήτο και ο εφημέριος της εβδομάδος, ότι δεν θα ήτο συλλειτουργός την επιούσαν, παραμονήν των Χριστουγέννων, εν τώ ενοριακώ ναώ, καθ όσον απεφάσισε, συν Θεώ βοηθώ, να υπάγη να λειτουργήση τον ναόν του Χριστού εις το Κάστρον.
Είχαν πάρει είδησιν αφ εσπέρας δυο τρεις ενορίτισσαι, γειτόνισσαι του παπά, διότι ο Πανάγος εξελθών ανεκοίνωσε το πράγμα εις την γυναίκα του, και αύτη το διηγηθή εις τάς γειτόνισσας. Επίσης και η θειά το Μαλαμώ εστάλη να φέρη είδησιν εις τον κύρ Αλεξανδρήν τον ψαλτην, μεθ’ ο εξελθούσα έσπευσε να προσηλυτίση δυο η τρεις πανηγυριστάς και άλλας τόσας προσκυνήτριας.
Όταν έμελλον να επιβιβασθώσιν, ευρέθησαν δεκαπέντε άτομα. Η απόφασις του παπά και η γενναιότης του μπαρμπα-Στεφανή, μετά την πρώτην έκπληξιν, ενέβαλε θάρρος εις άνδρας και γυναίκας. Ήσαν δε όλοι εξ εκείνων, οίτινες συχνά τρέχουσιν, άρρητον ευρίσκοντες ηδονήν, εις πανηγύρια και εις εξωκκλήσια. Ήσαν ο παπα-Φραγκούλης μετά της παπαδιάς, της Βάσως και του Σπύρου, ο μπαρμπα-Στεφανής μετά του δεκαεπταετούς υιού, όστις ήτο και ο ναύτης του, η θειά το Μαλαμώ, ο κύρ Αλεξανδρής ο ψάλτης, τρεις άλλοι πανηγυρισταί και τεσσάρες προσκυνήτριαι. Την τελευταίαν στιγμήν προσετέθη και δέκατος έκτος. Ούτος ήτο ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο αδελφός του Αργύρη, του αποκλεισμένου από τάς χιονας. Ήλθεν εις την αποβάθραν με σάκκον πλήρη τροφίμων και με αλλά τίνα εφόδια διά την εκδρομήν. Ιδών αυτόν ο ιερεύς:
«Πώς το έμαθες, Βασίλη;» του λέγει.
«Το έμαθα, παπά, απ' το μαστροΠανάγο το μαραγκό».
«Τί ώρα και πού τον είδες;»
«Κατά τας δέκα τον ήυρα εις το καπηλειό του Γιάννη του Μπουμπούνα. Είχε φάει ψωμί κι εβγήκε να πιή δυο τρία κρασιά με το ισνάφι. Έλεγε πώς αποφασίσατε να πάτε στο Κάστρο, και σας εκατάκρινε για την τόλμη. Μα εγώ το χάρηκα, γιατί ανησυχώ για κείνον τον αδερφό μου, και θέλω να ρθω μαζί σας, αν με παίρνετε».
«Ας είναι, καλώς να ρθης» είπεν ο ιερεύς.
Εξέπλευσαν. Εστράφησαν προς το μεσημβρινοδυτικον του λιμένος, κι έβαλαν πλώρη το ακρωτήριον Καλαμάκι. Ο άνεμος ήτο βοηθητικός και ο πλούς ευοίωνος ηρχιζε. Ναί μέν εκρυωναν πολύ, αλλ ησαν όλοι βαρεως ενδεδυμενοι. Ο παπάς εκαθισεν εις το πηδάλιον φορών την γούναν του. Η πρεσβύτερα είχε το σάλι της το διπλό, η θειά το Μαλαμώ είχε το βαρύ γουνάκι και την κουζουκά της. Ο μπαρμπα-Στεφανής ήτο με την νιτσεράδα του, με τον κηρωτόν πίλον του, με τον ιμάντα δεδεμένον υπό τον πώγωνα, με τα μακρά πτερύγια σκεπάζοντα τα ώτα, και ο υιός του Σπύρος, ο καλούμενος κοινώς το Μπερκάκι, με τάς πρεκνάδας και με τάς βούλλας εις το πρόσωπον, ήτο με τα μανίκια της μάλλινης καμιζόλας του ανασφουγγωμένος ως τους αγκώνας.
Ευτυχώς δεν εχιονιζεν, αλλ’ ο άνεμος ήτο παγερός. Αίθριος ο ουρανός, σταυρωμένος από τον βορράν. Η σελήνη ήτο εις το πρώτον τέταρτον και είχε δύσει προ πολλού. Τα άστρα έτρεμαν εις το στερέωμα, η πουλιά εμεσουράνει, ο γαλαξίας έζωνε τον ουρανόν. Ο πήχυς και η άρκτος και ο αστήρ του πόλου έλαμπαν με βαθείαν λάμψιν εκεί επάνω. Η θάλασσα έφρισσεν υπό την πνοήν του βορρά, και ηκούοντο τα κύματα πλήττοντα μετά ρόχθου την ακτήν, εις ην μελαγχολικώς απήντα ο φλοίσβος του ύδατος περί την πρώραν της μεγάλης και δυνατής βάρκας.

(Συνεχίζεται)

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ


Εύχομαι ολόψυχα

στις φίλες και τους φίλους του Ιστολογίου

ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ και ΑΝΑΤΑΣΗ,

προσωπική, οικογενειακή και εθνική...

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

ΜΕ ΤΟ ΤΟΥΦΕΚΙ ΚΑΙ ΤΗ ΛΥΡA


ΜΕ ΤΟ ΤΟΥΦΕΚΙ ΚΑΙ ΤΗ ΛΥΡA
Συγγραφέας: Μανώλης Εγγλέζος Δεληγιαννάκης


«To Δημοτικόν Συμβούλιον, συνελθόν εν πλήρει αυτού απαρτία εν τη έδρα του Δήμου, αποφασίζει παμψηφεί, συνεχίζον το προαιώνιον πρόγραμμα του Κρητικού Λαού, κηρύττει, εν ονόματι της Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, την ανεξαρτησίαν της Κρήτης και την Ένωσίν της μετά της μητρός Ελλάδος, όπως μετά ταύτης αποτελέσει εν αναπόσπαστον και αδιαίρετον Βασίλειον. Προσκαλεί τον Βασιλέα των Ελλήνων να αναλάβει την διακυβέρνησιν του τόπου. Επιδοκιμάζει τας εθνικάς ενεργείας της Κυβερνήσεως του τόπου και προσκαλεί αυτήν να διοικεί την Νήσον εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου του Α’, μέχρις ού ούτος ονομάσει αντιπρόσωπόν του»

Με αυτό το περιεχόμενο, το Σεπτέμβριο του 1908, τα δημοτικά συμβούλια όλων των δήμων της τότε Κρητικής Πολιτείας, ζητούσαν ξανά την Ένωση με την Ελλάδα. Ήταν μια συντονισμένη ενέργεια που σκοπό είχε να ασκήσει πίεση για να επιτευχθεί επιτέλους ο στόχος της Ένωσης, που τελικά ήρθε πέντε χρόνια αργότερα, το Δεκέμβριο του 1913.
Η Ένωση με τον υπόλοιπο Ελληνισμό ήταν σκοπός και πόθος ήδη από το 1204, όταν η Κρήτη αποκόπηκε από το φραγκεμένο Βυζάντιο πέφτοντας στα χέρια της Βενετίας. Από τότε μέχρι πρόσφατα, η ισχυρή ταυτότητα του πληθυσμού του νησιού μας αντιστέκεται στους κατακτητές και αγωνίζεται στην πρωτοπορία του εθνικού οράματος, φέρνοντας την Κρήτη στην πρωτοπορία του ελληνισμού όχι μόνο προσφέροντάς του ηγέτες, αλλά κυρίως φρόνημα και πίστη στα δίκαιά μας.
Σήμερα, 97 χρόνια μετά την Ένωση, ο λαός μας δεν έχει όραμα, δεν έχει πίστη στο δίκιο του και χάνει σιγά σιγά και την ταυτότητά του. Σήμερα αφηνόμαστε να μας παρασέρνει η λαίλαπα της Νέας Τάξης, του «ρεαλισμού» των υποχωρήσεων προς την Τουρκία, των εκβιασμών του μνημονίου. Αφήνομε την Πατρίδα δίχως παραγωγή, ανεχόμαστε αργυρώνητους πολιτικούς να ψηφίσουν την υποτέλεια, χάνομε την αίσθηση του ανήκειν σε ένα σύνολο με κοινό παρελθόν και προοπτική. Γινόμαστε μονάδες καταναλωτών, που δεν έχουν πια συνεκτικό στοιχείο άλλο εκτός από την ικανοποίηση πλαστών αναγκών με εισαγόμενα προϊόντα. Γινόμαστε πάλι δούλοι, αυτή τη φορά με τη θέλησή μας, κι η ισχυρή μας ταυτότητα, αυτή που κάποτε μας κράτησε ζωντανούς σα λαό, σήμερα δεν υπάρχει. Εμείς που είμαστε οι απόγονοι αυτών που αντιστεκόμενοι σε μια τυραννία αβάσταχτη παρέμειναν Έλληνες και δεν τούρκεψαν, σήμερα είμαστε έρμαια των δυνατών, εκλογικοί πελάτες, αν όχι γλείφτες πολιτικών που δεν ενδιαφέρονται για τα κοινά, εθισμένοι στις επιδοτήσεις που δεν προώθησαν την παραγωγικότητα αλλά αξασφάλισαν τη σιωπή μας. Εμείς δεν έχομε σήμερα όραμα, βλέπομε γύρω μας την κατάρρευση αλλά παριστάνομε ότι δε συμβαίνει τίποτα.
Ποια νοήματα μπορεί λοιπόν σήμερα η επέτειος της Ένωσης να στείλει; Τι είμαστε διατεθειμένοι ν’ ακούσομε σε μια χώρα που πια οι περιφέρειές της κοιτούν τις Βρυξέλλες και το κοινό όραμα έχει εκτραπεί σε ανταγωνισμό ποιά θα αρπάξει περισσότερα κονδύλια από την άλλη; Σε ποιο εθνικό κέντρο προσβλέπομε όταν η Αθήνα είναι αυτή που απομυζά την υπόλοιπη Ελλάδα και την κάνει να περιστρέφεται γύρω της;
Κι όμως η Ένωση στέλνει σήμερα τα μηνύματά της πιο ηχηρά από ποτέ, γιατί σήμερα είναι που αυτά, μέσα στην κρίση αξιών και (δευτερευόντως) οικονομίας, καθίστανται επίκαιρα. Η Ελλάδα μεγαλούργησε με την Κρήτη επικεφαλής, σε μια περίοδο που η Αθήνα ήταν αρκούντως μικρή και το φρόνημα αρκούντως υψηλό, ώστε να είναι πράγματι ένα εθνικό κέντρο που συντόνιζε αγώνες στους οποίους συμμετείχαν όλοι. Ο Μακεδονικός αγώνας, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, είναι τέτοια παραδείγματα. Η αποκατάσταση των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής και η ραγδαία αύξηση της παραγωγής κατά το μεσοπόλεμο προσφέρουν κι άλλο ένα δείγμα του τι μπορεί να γίνει αν έχομε κοινό στόχο και προσήλωση σ’ αυτόν, σε αντίθεση με το πόσο χαμηλά μπορεί να μας φέρει ο διχασμός, όπως το 22.
Για να ξαναβρούμε τις αξίες μας όμως, αυτό που παλιά ήταν αυτονόητο, σήμερα προϋποθέτει ρήξη με το βόλεμα και τον εφησυχασμό μας. Η αξίες της εργατικότητας και της αξιοπρέπειας, της αλληλεγγύης και της εντιμότητας, της συνέπειας και της σεμνότητας, έχουν δώσει τη θέση τους στο επιδοτούμενο καθισιό, τα παρακάλια στην εξουσία, την επιβολή στο διπλανό μας, τη φιγούρα και τη γκλαμουριά. Κι αυτά πολλές φορές ντυμένα με λέξεις και ιδεολογήματα της παλιάς εποχής, αυτής που τόσο εύκολα παρατούμε τώρα.
Ακόμα υπάρχουν εστίες αντίστασης, ταυτότητες και συνειδήσεις διατηρημένες είτε φανερά είτε λανθάνουσες περιμένοντας την αφορμή να εκδηλωθούν. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να παρακαμφθεί η Αθήνα, που βάζει πια ταφόπλακα σε κάθε προσπάθεια του Ελληνισμού, να συναντηθούν οι ελληνικοί τόποι, που σήμερα μόνο μέσω της Αθήνας επικοινωνούν, μιας Αθήνας με δυτικό πολιτισμικό πρόσημο. Να συναντηθούμε και να μιλήσομε μεταξύ μας, για τη φτώχια της Ηπείρου και την τουρκοποίηση της Θράκης, για την απομόνωση των νησιών και την εγκατάλειψη των καλλιεργειών. Να εκπονήσομε ένα σχέδιο όπου η μια επαρχία θα συμπληρώνει την άλλη, όπου θα κατακτήσομε ξανά την παραγωγή μας, δηλαδή την αξιοπρέπειά μας που σήμερα ο παρασιτισμός την έχει καταρρακώσει. Και μετά να πάμε κι άλλα σκαλιά ψηλά, υποκαθιστώντας και παρακάμπτοντας ένα κράτος και μια πρωτεύουσα που αγνοεί την Ελλάδα και τους Έλληνες, που λειτουργεί ως ιμάντας μεταβίβασης εντολών και σχεδίων κατακερματισμού εδαφικού και εξαφάνισης της ταυτότητάς μας.
Τότε θα ξαναποκτήσει τα νοήματά της η Ένωση κι οι αγώνες γιαυτήν. Γιατί σίγουρα οι παλιοί μας δεν αγωνίστηκαν για ένα κράτος που θα σκότωνε την Ελλάδα, αλλά για μιαν Ελλάδα που θα προχωρούσε ενωμένη όλο και πιο μπροστά. Η σημερινή κατάντια μπορεί να μας κάμει να ξανασκεφτούμε μερικά πράματα με τον παλιό τρόπο, κι όχι αυτόν που μας ήρθε απ’ έξω και μας έχει φέρει εδώ.

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

Η αγόρευση-καταπέλτης του Π. Καμμένου


Από τα πρακτικά της Βουλής η αποκαλυπτική και συγκλονιστική αγόρευση του Βουλευτή Π. Καμμένου που επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους μας. "Θάφτηκε" συστηματικά από τα "ανεξάρτητα" και "αδέσμευτα" ΜΜΕ που αποδεικνύουν καθημερινά το πόσο ξεπουλημένα είναι...
ΔΕΕ

Το λόγο έχει τώρα ο Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στη Β’ Αθήνας κ. Παναγιώτης Καμμένος.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΜΜΕΝΟΣ: «Τον προηγούμενο μήνα ήρθαν να πάρουν τον Εβραίο γείτονά μου. Δεν φώναξα. Δεν ήμουν Εβραίος. Την προηγούμενη εβδομάδα ήρθαν και πήραν τον κομμουνιστή γείτονά μου. Δεν φώναξα. Δεν ήμουν κομμουνιστής. Εχθές ήρθαν και πήραν τον ομοφυλόφιλο γείτονά μου. Δεν φώναξα γιατί δεν ήμουν ομοφυλόφιλος. Σήμερα ήρθαν να πάρουν εμένα, αλλά δεν υπήρχε κανένας να φωνάξει.» Με αυτά τα λόγια του Μπρεχτ σήμερα μπορούμε να δούμε την ελληνική πραγματικότητα, γιατί όσοι και αν φωνάζουν πια, δεν ακούγονται. Η Βουλή των Ελλήνων από τις 4 Ιουνίου του 2010 βρίσκεται υπό κατοχή. Έχουν περάσει ένα μνημόνιο, για το οποίο συζητούμε στο ναό της Δημοκρατίας, που είναι αντισυνταγματική συμφωνία, είναι παράνομη ψηφοφορία με λιγότερους από εκατόν ογδόντα Βουλευτές, διότι έτσι παραχωρεί εθνική κυριαρχία.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πρέπει κάποια στιγμή να ακούσουμε τις τελευταίες φωνές θεσμικών παραγόντων, οι οποίες θάβονται από τα εξαρτώμενα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που προβάλλουν άλλου είδους πρότυπα. Μόνο στο ιστολόγιο, στα μπλογκς και στις φωνές στους δρόμους ακούγονται οι αλήθειες έως ότου σταματήσουν και εμάς να φωνάζουμε και να μιλάμε σε αυτή εδώ τη Βουλή.
Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Δημήτρης Παξινός με ανακοίνωσή του με τίτλο «Αμετάκλητα και άνευ όρων» στις 16 Δεκεμβρίου είπε ότι με το άρθρο 14 παράγραφος 5 της σύμβασης η Ελλάδα παραιτείται αμετάκλητα και άνευ όρων από τις ασυλίες προστασίας της εθνικής κυριαρχίας. Τέτοιος πρωτόγνωρος όρος δεν συναντάται ούτε σε αποικιοκρατικές συμβάσεις, ένας όρος που παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του δικαίου σε όλα τα επίπεδα, του διεθνούς δικαίου, του ευρωπαϊκού δικαίου, του εθνικού δικαίου. Εν συνεχεία, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου κλείνει λέγοντας: «Καλούμε την Ελληνική Βουλή να τοποθετηθεί επί της δανειακής σύμβασης, η οποία από τις 4 Ιουνίου έχει κατατεθεί σε αυτήν. Χωρίς κάποιο προηγούμενο παραδώσαμε με μόνη μια υπογραφή την εθνική μας κυριαρχία, ολόκληρη τη δημόσια περιουσία μας. Από της συστάσεως του νεοελληνικού κράτους είμαστε συνηθισμένοι να δανειοδοτούμαστε»
Καταθέτω τη συγκεκριμένη ανακοίνωση που αναρτήθηκε στο μπλογκ «portocali». Οι εφημερίδες δεν τη φιλοξένησαν.
(Στο σημείο αυτό ο Βουλευτής κ. Παναγιώτης Καμμένος καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο Αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής)
Ακόμη, καταθέτω από την Ιερά Σύνοδο τη φωνή αγωνίας των Πατέρων της Συνόδου που λέει: «Δηλώνουμε ότι είμαστε μια χώρα υπό κατοχή και εκτελούμε εντολές των κυρίαρχων δανειστών μας» Αυτά δεν τα λέει κανένας φανατικός. Τα λέει η Ιερά Σύνοδος, οι Έλληνες ιεράρχες. Και αυτή είναι ακόμα μια φωνή που και επίσης δεν ακούστηκε.
(Στο σημείο αυτό ο Βουλευτής κ. Παναγιώτης Καμμένος καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο Αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής)
Το πρόγραμμα που έχει οργανωθεί από ξένα κέντρα προκειμένου να απωλεσθεί η εθνική κυριαρχία προχωρεί κανονικά. Συζητούμε εδώ μόνο για τα οικονομικά του Προϋπολογισμού αυτού. Συζητούμε για την επίθεση που γίνεται σε εργαζόμενους, σε συνταξιούχους, σε μικρομεσαίους επιχειρηματίες, στην ελληνική οικογένεια και δεν συζητούμε γι’ αυτά που παράλληλα συμβαίνουν στα εθνικά μας θέματα, γιατί εκεί είναι ο στόχος. Ο στόχος είναι η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας!
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, την εβδομάδα που ήρθε ως έπαρχος ο Στρος Καν να μιλήσει στην Επιτροπή της Βουλής, μη δεχόμενος ερωτήσεις παρά μόνο από συγκεκριμένους που θα υποδεικνύοντο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δίπλα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και με τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έγινε δεκτή η μη κυβερνητική οργάνωση «Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Τούρκων της Δυτικής Θράκης» ως συνδυασμένη μη κυβερνητική οργάνωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση! Αυτό δε, έγινε δεκτό και από τον Έλληνα αντιπρόσωπο!
Τι σημαίνει αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι; Σημαίνει ότι καταργείται η Συνθήκη της Λωζάννης, ξεκινά ο αγώνας για την αυτονόμηση της Θράκης, ξεκινά ο αγώνας, προκειμένου να παραδοθεί η Θράκη σε ένα αυτόνομο κράτος τύπου Κοσσόβου! Έτσι ξεκίνησε το Κόσσοβο. Και μάλιστα –προσέξτε- το καταστατικό αυτό είναι ένα καταστατικό, το οποίο γίνεται με τις ευλογίες των Γερμανών και κατατίθεται στο Ειρηνοδικείο του Γκίσσεν της Γερμανίας.
Καταθέτω το σύνολο του καταστατικού αυτής εδώ της οργάνωσης, η οποία είναι συνδυασμένη πλέον με την Ευρωπαϊκή Ένωση και είναι ο προάγγελος της προσπάθειας αυτονόμησης της ελληνικής Θράκης, δηλαδή της απώλειας εθνικού εδάφους, που η Ελληνική Κυβέρνηση συνομολόγησε και όσοι ψηφίσουν αυτόν τον Προϋπολογισμό συνεχίζουν να συνομολογούν.
(Στο σημείο αυτό ο Βουλευτής κ. Παναγιώτης Καμμένος καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο Αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής).
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τις προσπάθειες που ξεκινούν σε εθνικά θέματα για τη δημιουργία δήθεν μειονοτικών θεμάτων και σε άλλες περιοχές. Έχουμε την αναφορά στη λεγόμενη «αρβανίτικη μειονότητα». Βγαίνει μια εφημερίδα της Ηπείρου ο ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ, η οποία πριν από μια εβδομάδα –την εβδομάδα που επισκέφθηκε ο Στρος – Καν τη Βουλή- ανέφερε ότι οι δήθεν τσάμηδες, δηλαδή οι σφαγείς των Ελλήνων Ηπειρωτών, οι συνεργάτες των Ναζί και των Ιταλών φασιστών, αυτοί οι οποίοι αιματοκύλησαν την Ήπειρο, βγαίνουν και στις 24 Ιουνίου, που είναι η μέρα της γενοκτονίας τους, και θα κάνουν αυτή τη γιορτή του μίσους όχι στους Αγίους Σαράντα, που καταπίεζαν επί χρόνια τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου, αλλά στην Ηγουμενίτσα!
Την ίδια εβδομάδα μέσω αυτής της Ομοσπονδίας Τούρκων Δυτικής Θράκης βγαίνει τσιτάτο, το οποίο καταθέτω και στο οποίο ουσιαστικά προαναγγέλλεται το ξεκίνημα μίας προσπάθειας για δημιουργία μειονοτικού θέματος και αποκατάστασης των περιουσιών των συνεργατών των Ναζί στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Και εμείς δεν ασχολούμαστε με αυτά, αλλά κατευθυνόμαστε εκεί που μας οδηγούν οι δανειστές και οι τοκογλύφοι, δηλαδή να συζητούμε για την επίθεση που γίνεται στον ελληνικό λαό. Είναι μεγάλη επίθεση. Όμως, η παράλληλη επίθεση είναι αυτή που θα πρέπει να μας απασχολήσει.
(Στο σημείο αυτό ο Βουλευτής κ. Παναγιώτης Καμμένος καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής)
Την ίδια στιγμή αναφέρεται σε μακεδονική μειονότητα και σε βλάχικη μειονότητα και ξεκινάει ο αγώνας για τη μείωση της εθνικής μας κυριαρχίας. Καταθέτω, επίσης, σχετικό δημοσίευμα.
(Στο σημείο αυτό ο Βουλευτής κ. Παναγιώτης Καμμένος καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής)
Έχουμε μια επίθεση, η οποία γίνεται από τη Γερμανία και από τους τοκογλύφους σε όλα τα επίπεδα. Πριν από μια εβδομάδα, η COSMOTE χρηματοδότησε διαφημιστική καμπάνια της NOKIA, όπου ουσιαστικά απαλείφονται από τους χάρτες των κινητών τηλεφώνων της NOKIA οι χάρτες της Κύπρου. Μάλιστα μας απαντούν στο blog «Olympia.gr» ότι η NOKIA σέβεται το διεθνές δίκαιο και θα μας απαντήσει καταλλήλως ως υπεύθυνη. Ποιος το υπογράφει; Το υπογράφει η εταιρεία CIVITAS. Καταθέτω την απάντησή τους στα Πρακτικά.
(Στο σημείο αυτό ο Βουλευτής κ. Παναγιώτης Καμμένος καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής)
Η εταιρεία CIVITAS είναι η διαφημιστική εταιρεία που είναι σύμβουλος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η εταιρεία που είναι σύμβουλος της SIEMENS, η εταιρεία που αυτή τη στιγμή πλήρωσε 1,5 εκατομμύριο ευρώ.
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)
Τελειώνω, κυρία Πρόεδρε.
Η Εξεταστική της SIEMENS βρήκε τις απάτες που είχε κάνει στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία με off-shore εταιρείες του Ο.Τ.Ε. στην Κύπρο. Πρόκειται για την ίδια εταιρεία που έχει το Κόμμα της κυρίας Μπακογιάννη. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η επίθεση πλέον είναι γενικευμένη. Είναι επίθεση εθνική. Χθες το βράδυ πήγε στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά το περίφημο υποβρύχιο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ. Μάδαγε στο δρόμο. Έφευγαν όλα τα προστατευτικά καλύμματα και έχασε το σόναρ σε μία φουρτούνα 8 μποφόρ. Το συγκεκριμένο υποβρύχιο είναι αυτό που με τη μεσολάβηση του Νίκου Παπανδρέου πήγε μέσω Κατάρ να πουληθεί -και θα πουληθεί- με ενδιάμεσο γνωστό από τα παλιά του ΠΑΣΟΚ δανειστή στο Πακιστάν, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι.
Αυτά όλα γίνονται ταυτόχρονα και η επίθεση που δέχεται η πατρίδα μας είναι μια επίθεση που απαιτεί -η τελευταία ευκαιρία για το Κοινοβούλιο- να αντιδράσουμε όλοι μαζί, να ενώσουμε τις φωνές μας, να αφήσουμε στο πλάι τις ιδεολογικές μας διαφορές και να πούμε: «Όχι, η πατρίδα μας δεν παραδίδεται! Η Ελλάδα δεν σκλαβώνεται. Δεν υποκύπτουμε στους τοκογλύφους που δανείζουν με τα μισά επιτόκια τις υπόλοιπες χώρες, χωρίς να διεκδικούν παράδοση της εθνικής κυριαρχίας!»
Εάν δεν γίνει αυτό, το μόνο που απομένει είναι η ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος, δηλαδή ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων.

Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.
 
Πηγή: http://ethnologic.blogspot.com/2010/12/blog-post_23.html

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Προβληματισμοί για το Έθνος...


ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
ΓΙΑ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΣΕ ΕΠΟΧΗ ΚΡΙΣΗΣ
Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων

Στις 21 Δεκεμβρίου 1956 συνελήφθη από τους Βρετανούς αποικιοκράτες στην Κύπρο ο μαθητής, αθλητής και ποιητής Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Μετά από τρεις μήνες βασανιστηρίων και ταπεινώσεων καταδικάσθηκε σε θάνατο ως επικίνδυνο μέλος της ΕΟΚΑ και απαγχονίσθηκε τη νύχτα μεταξύ 13ης και 14ης Μαρτίου 1957. Ο πατέρας του εκλήθη από την Αγγλική Αστυνομία να πιέσει τον γιό του να ομολογήσει ονόματα συμμαχητών του και να γλυτώσει τη ζωή του. Ο υπερήφανος Έλληνας της Κύπρου αρνήθηκε. Προτίμησε να δει το 18χρονο παιδί του να θανατώνεται παρά να γίνει προδότης. Αλλά και ο νεαρός Ευαγόρας δεν λύγισε. Ήταν ο τελευταίος από τους εννέα απαγχονισθέντες Κυπρίους αγωνιστές που θυσιάσθηκαν στην αγχόνη για την ελευθερία της Μεγαλονήσου και την Ένωση με την Ελλάδα. Μάς άφησε ως ιερή παρακαταθήκη τους στίχους των πολλών ποιημάτων του. Φοβούμαι ότι τέτοια ποιήματα δεν υπάρχουν σήμερα στα σχολικά βιβλία, τα οποία προωθούν μία προκλητική πολιτική αποδόμησης της εθνικής συνείδησης στο όνομα μιας παγκοσμίως αποτυχημένης πολυπολιτισμικότητας.
Κι όμως παρά την προσπάθεια που γίνεται από διάφορους παράγοντες να χλευάσουν την εθνική μας ταυτότητα και να προπαγανδίσουν την υλιστική και ισοπεδωτική παγκοσμιοποίηση η πλειοψηφία των Ελλήνων αντιστέκεται. Ιδίως δε σε μία εποχή οικονομικής κρίσης, όταν η χώρα βρίσκεται σε συνθήκες υποτέλειας και υποταγής στα κελεύσματα των δανειστών, η αναζήτηση παραδειγμάτων ελληνικής υπερηφάνειας και εθνικής αξιοπρέπειας γίνεται εντονότερη. Σε τέτοιες κομβικές εποχές κάθε έθνος ψάχνει την αυτοσυνειδησία του, εμβαθύνει στις ρίζες του και προσπαθεί να δώσει ένα μέλλον στο παρελθόν του. Ο Έλληνας, όσο και αν καταπιέζεται οικονομικά από την Τρόϊκα και πνευματικά από μία ανελλήνιστη και ανιστόρητη ψευδοδιανόηση, βρίσκει τρόπους να εκδηλώσει την αναζήτησή του για κάτι πιο ελληνικό, πιο ελπιδοφόρο.
Παρατήρησα με προσοχή τα βιβλία που έγινα best-sellers (ευπώλητα) την χρονιά που τελειώνει, συμφώνως προς τις ειδικές στήλες των αθηναϊκών εφημερίδων. Μού έκανε εντύπωση ότι άρχισαν να υποχωρούν τα συνήθη θολοκουλτουριάρικα και αντιθέτως κατέλαβαν υψηλές θέσεις επί πολλές εβδομάδες βιβλία ποιοτικών προδιαγραφών με επίκεντρο το Έθνος, την εθνική ταυτότητα, την αξιοπρεπή εξωτερική πολιτική. Είναι πρωτοφανές κατά την άποψή μου ότι επί έναν ολόκληρο χρόνο μέσα στα δέκα πρώτα βιβλία ήταν το πρόσφατο πόνημα της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ με τίτλο «Γιατί το Βυζάντιο» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Ποτέ μέχρι τώρα βιβλίο με τέτοιο θέμα δεν είχε κατακτήσει επί τόσο μεγάλο διάστημα τιμητική θέση στον κατάλογο των πολυδιαβασμένων και πολυαγορασμένων. Είναι προφανές ότι το πανευρωπαϊκό ρεύμα μελέτης του ελληνοβυζαντινού πολιτισμού έρχεται καθυστερημένο στην Ελλάδα και επιτέλους αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε τη συνέχεια του Ελληνισμού μέσα από το κράτος της Ορθόδοξης Χριστιανικής «Ρωμανίας», όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Επίσης με εξέπληξε η σταθερή επί μήνες θέση στα ευπώλητα του «Ετυμολογικού Λεξικού» του καθηγητού Γεωργίου Μπαμπινιώτη από τις εκδόσεις του Κέντρου Λεξικογραφίας. Ένα ογκώδες και εξειδικευμένο βιβλίο-εργαλείο προξένησε το ενδιαφέρον χιλιάδων Ελλήνων, που έσπευσαν να το αγοράσουν, όπως μαρτυρούν οι στατιστικές. Η ελληνική γλώσσα, αν και υποβαθμίζεται από τα ΜΜΕ και υπονομεύεται από την παγκοσμιοποιητική επέλαση της αγγλικής, εξακολουθεί να θεωρείται κορυφαίο στοιχείο πολιτιστικής ταυτότητας και εθνικής συνέχειας από τους Έλληνες, οι οποίοι σπεύδουν να αγοράσουν έναν τόμο με αναφορές στις ρίζες των λέξεών μας. Δεν θα με εξέπληττε η κίνηση του βιβλίου αν επρόκειτο για ένα καθημερινής χρήσης ορθογραφικό λεξικό. Όταν πρόκειται για ένα ετυμολογικό σύγγραμμα τα στοιχεία δείχνουν μία δίψα του αναγνώστη για ελληνογνωσία.
Πολύ καλή κίνηση στα βιβλιοπωλεία είχε και το «Στρατηγικό Βάθος-Η διεθνής θέση της Τουρκίας» του Τούρκου καθηγητή και σήμερα Υπουργού Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, από τις εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ. Ο Έλληνας αναγνώστης, διαισθανόμενος τους κινδύνους από τον νέο Οθωμανισμό των ισλαμοδημοκρατών της Άγκυρας και δύσπιστος απέναντι στις ελληνοτουρκικές προσεγγίσεις των πάσης φύσεως εκσυγχρονιστών, θέλησε αν μάθει από πρώτο χέρι τί σχεδιάζει η Άγκυρα. Οι εντυπωσιακές πωλήσεις του βιβλίου άνοιξαν τα μάτια στον μέσο Έλληνα σχετικά με τις απειλές που επικρέμανται πάνω από το Αιγαίο, τη Θράκη, την Κύπρο και τα Βαλκάνια. Ο Νταβούτογλου απειλεί με ήπιο αλλά σαφή τρόπο και ενδύει τα οθωμανικά σχέδιά του με μία επιστημονικοφανή θεώρηση. Πάντως τού αναγνωρίζω ότι έχει όραμα και επίγνωση δυνατοτήτων για τη χώρα του, αν και πρέπει να θυμηθούμε ότι οι πρόσφατες διαρροές αμερικανικών εγγράφων (WIKILEAKS) καταδεικνύουν τον φόβο των ΗΠΑ για το όραμα αυτό.
Η ελληνική απάντηση κατά κάποιο τρόπο είναι το βιβλίο του Βασιλείου Μαρκεζίνη «Μια νέα εξωτερική πολιτική για την Ελλάδα» από τις εκδόσεις Λιβάνη. Ο Έλληνας διακεκριμένος καθηγητής της Νομικής σε Βρετανικά Πανεπιστήμια κατόρθωσε να κερδίσει το ενδιαφέρον μεγάλου αριθμού αναγνωστών και πιστεύω ότι βοήθησε να αφυπνισθούν όσοι υπνώττουν μακαρίως απέναντι στα σχέδια των Τούρκων. Επίσης δίνει χρήσιμα στοιχεία για το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, ενώ τολμά να θίξει και τις... ιερές αγελάδες της ελληνικής διπλωματίας που είναι ορισμένες Μ.Κ.Ο και Ινστιτούτα με παχυλή χρηματοδότηση και ενδοτικές θέσεις στα εθνικά θέματα.
Δεν γνωρίζω πόσο δημιουργικά θα εκφρασθεί αυτός ο εθνικός προβληματισμός του μέσου Έλληνα. Προς το παρόν το μόνο βέβαιο είναι ότι «Χριστός γεννάται, δοξάσατε». Αγαπητοί αναγνώστες, εύχομαι Χρόνια Πολλά και ευλογημένα!

Κ.Χ.