Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἰδεολογικοί ἀκροβατισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ἰδεολογικοί ἀκροβατισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Η Σία του εθνομηδενισμού επιστρέφει δριμύτερη στο ΥΠΕΞ


Νεφέλη Λυγερού
Να λοιπόν που κανένα όνειρο δεν είναι άπιαστο! Η Σία Αναγνωστοπούλου επανέρχεται στο υπουργείο Εξωτερικών ως αναπληρώτρια υπουργός, αρμόδια για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Η θεωρούμενη ιέρεια του εθνομηδενισμού έχει γράψει τη δική της ιστορία. Το καλοκαίρι του 2015, μέσα από την προσωπική της σελίδα στο Facebook είχε δηλώσει σε υψηλούς τόνους: «Δεν θέλω πια αυτή την Ευρώπη! Δεν θέλω αυτή την Ευρώπη που θεωρεί ότι όποιος δεν συμφωνεί με τις ‘Μεγάλες Δυνάμεις’ πρέπει να ταπεινωθεί. Δεν θέλω πια αυτή την πραξικοπηματική Ευρώπη».
Μερικές ημέρες μετά, η βουλευτής Αχαΐας είχε ορκιστεί αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών για ευρωπαϊκές υποθέσεις. Σ’ αυτή τη θέση που επανήλθε τώρα, είχε καθίσει πολύ λίγο. Μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 είχε μετακινηθεί ως αναπληρώτρια υπουργός στο Παιδείας. Από εκεί είχε απομακρυνθεί το Νοέμβριο του 2016, αλλά, όπως αποδείχθηκε, το υπουργιλίκι δεν είχε τελειώσει για τη Σία.
Τα τότε οργισμένα λόγια της Αναγνωστοπούλου αντανακλούσαν τον τρόπο που κατά κανόνα σκέφτονταν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ο αφελής ευρωπαϊσμός και οι αρχικές ψευδαισθήσεις για τον τρόπο που το ευρωπαϊκό διευθυντήριο θα αντιμετώπιζε την κυβέρνηση Τσίπρα, όπως είναι γνωστό, συνετρίβησαν από την πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα ήταν στην Κουμουνδούρου να παλινδρομούν από την «αγάπη» στο «μίσος».

Στη Βουλή λόγω της εκλογικής πλημμυρίδας

Ούτε οι εθνομηδενιστικές αντιλήψεις της Σίας ήταν εξαίρεση στην Κουμουνδούρου, παρότι τις συμμερίζεται ένα μικρό μόνο κλάσμα ακόμα και από τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, από το 4,5%. Όταν είχε για πρώτη φορά πάει στο υπουργείο Εξωτερικών είχε επιχειρήσει με το καλημέρα να αλλάξει την πολιτική για τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη. Μειονότητα, την οποία η ίδια δεν δίσταζε να αποκαλεί τουρκική. Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που ασχολείτο με το ευαίσθητο αυτό ζήτημα και πάντα για να καταγγείλει την καταπίεση που ασκεί η ελληνική Πολιτεία!
Η πολιτική άνοδος της Σίας δεν οφείλεται στην προσωπική πολιτική ακτινοβολία της. Υποστηρίχθηκε με φανατισμό από την εσωκομματική «ομάδα των 53», στην οποία ανήκει. Είχαν υποστηρίξει όσο μπορούσαν την υποψηφιότητά της για το Ευρωκοινοβούλιο το 2014. Και όταν προκηρύχθηκαν οι εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 είχαν κινητοποιήσει τον κομματικό μηχανισμό στην Αχαΐα για να την εκλέξουν βουλευτή, παρότι η ίδια ήταν σχεδόν άγνωστη στην τοπική κοινωνία. Η εκλογική πλημμυρίδα του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, έστειλε κι αυτήν στη Βουλή.
Σε μια από τις πρώτες μετεκλογικές δηλώσεις της, η Αναγνωστοπούλου είχε ερμηνεύσει λίγο διαφορετικά την εκλογή της: «ο λαός της Αχαΐας δεν με γνώριζε καλά και γι’ αυτό βασίστηκε στο βιογραφικό μου»! Η αλήθεια είναι πως μέσα σε 15 ημέρες προεκλογικής εκστρατείας είχε καταφέρει να συγκεντρώσει περισσότερους από 17.500 σταυρούς. Μπορεί το γεγονός πως είναι καθηγήτρια στο Πάντειο να έπαιξε τον ρόλο του, όταν οι ψηφοφόροι κατά κανόνα αγνοούσαν τους περισσότερους υποψήφιους του ΣΥΡΙΖΑ.

Μουσική για τα τουρκικά αυτιά

Η ίδια, μάλιστα, έχει επικαλεστεί τους φοιτητές της ως το βασικό κίνητρο ανάμιξής της με τα κοινά. «Όταν μπήκαμε στην κρίση και είδα τη σταδιακή κατάρρευση των πανεπιστημίων και την απόγνωση των φοιτητών μου, είπα να μην επιλέξω την ασφάλεια του αμφιθεάτρου, αλλά να προσπαθήσω να εφαρμόσω στην πράξη όσα ήξερα θεωρητικά».
Ομότεχνοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, από τους οποίους ζητήσαμε να εκφράσουν άποψη για την ακαδημαϊκή επάρκεια της Αναγνωστοπούλου, την χαρακτηρίζουν από ανεπαρκή έως ανύπαρκτη. Υποστηρίζουν πως δεν έχει άξιο λόγου επιστημονικό έργο. Το μάθημα της στο Πάντειο δεν είχε καμία ιδιαίτερη απήχηση στους φοιτητές. Η ίδια, όμως, ήταν χωρίς αμφιβολία μία από τις πιο καλοχρηματοδοτούμενες. Στις πολλές επισκέψεις της στην Τουρκία έβρισκε πάντα ανοιχτές αγκάλες. Γιατί όχι; Οι απόψεις της ήταν μουσική για τα τουρκικά αυτιά.
Συνάδελφοί της στο πανεπιστήμιο τονίζουν ότι η Αναγνωστοπούλου πάντα είχε την τάση να ακονίζει τις πολιτικές της απόψεις στα αμφιθέατρα, εκφράζοντας την απέχθειά της σε οτιδήποτε πατριωτικό. Ο εθνομηδενισμός και η αποδόμηση της εθνικής συνείδησης, της εθνικής ταυτότητας και της ιστορίας ήταν το όχημα που της εξασφάλισε την εύκολη ακαδημαϊκή άνοδο σ’ ένα περιβάλλον που αποθεώνει αυτές τις απόψεις.
Φοιτητές της θυμούνται τη Σία να καταφέρεται με μένος εναντίον οποιουδήποτε παρέπεμπε σε πατρίδα και πατριωτισμό. «Είχε κηρύξει πόλεμο στον Αρχιεπίσκοπο της Κύπρου Μακάριο. Τον απεχθανόταν ως εθνικιστή. Από την άλλη υπερασπιζόταν σθεναρά τους Τουρκοκυπρίους, με το επιχείρημα ότι ήταν θύματα του εθνικισμού των Ελληνοκυπρίων. Προσπαθούσε να μας πείσει να μην τυφλωνόμαστε από το συναίσθημα και να βλέπουμε πάντα την πλευρά των άλλων. Το έβρισκα λογικό, αλλά αναρωτιόμουν πώς γίνεται να έχουμε πάντα εμείς άδικο και πάντα οι άλλοι δίκιο! Μήπως αυτό είναι εθνικισμός από την ανάποδη;», μας είπε ένας πρώην φοιτητής της.

Στις επάλξεις υπέρ του σχεδίου Ανάν

Μπορεί τότε, η Αναγνωστοπούλου να μην ήταν γνωστή στο ευρύ κοινό, αλλά η δράση της ήταν γνωστή σε συγκεκριμένους κύκλους. Η “χρυσή” σελίδα της καριέρας της ήταν η ένθερμη και όχι ανιδιοτελής υποστήριξη του σχεδίου Ανάν για την Κύπρο το 2004. «Είναι γνωστό ότι η Σία αποτέλεσε μέλος της επιτροπής προπαγάνδας του ΝΑΙ», μας λέει Κύπριος διπλωμάτης. «Λοιδορούσε, τότε, ασταμάτητα τους απορριπτικούς σε Ελλάδα και Κύπρο που αμφισβητούσαν το σχέδιο Ανάν και έφτασε να κατακεραυνώνει με περισσή ειρωνεία το 76% των Ελληνοκυπρίων όταν το καταψήφισε. Ήταν, μάλιστα, από αυτούς που υπερθεμάτιζε, ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των Ελληνοκυπρίων από τη διεθνή κοινότητα».
Σύμφωνα με το βιογραφικό της υπήρξε «υπεύθυνη της ερευνητικής ομάδας του Υπουργείου Εξωτερικών της Κύπρου για θέματα που αφορούσαν την Τουρκία και την Τουρκοκυπριακή κοινότητα» κατά την τελευταία τριετία της διακυβέρνησης Κληρίδη, όταν προετοιμαζόταν το σχέδιο Ανάν. Την ίδια περίοδο εισέπραττε και δύο μισθούς: έναν από τη θέση στο Πάντειο και έναν δεύτερο από το πανεπιστήμιο Κύπρου.
Η αρθρογραφία της στην «Αυγή» και σε άλλα έντυπα εκείνη την εποχή ήταν μία παθιασμένη πολεμική εναντίον του “απόλυτου κακού”, εναντίον του επικίνδυνου εθνικιστή Τάσσου Παπαδόπουλου! «Είναι αξιοσημείωτο ότι η ορολογία της θυμίζει την ορολογία του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών. Ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα απορρίπτει από το 1950 και μετά κάθε πρόταση των Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό. Αυτό το λέει μόνο η Τουρκία, εν μέρει η Βρετανία και η σημερινή αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας», μας είπε σαρκαστικά διπλωμάτης.
Πριν την εκλογή της τον Ιανουάριο του 2015, είχε την ιδιότητα του μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ. Τότε, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, προσπάθησε με άλλα στελέχη να πείσει τον Αλέξη Τσίπρα να στηρίξει μία νέα πρωτοβουλία του διεθνούς παράγοντα για την ολική επαναφορά μίας παραλλαγής του σχεδίου Ανάν, παρακάμπτοντας για μία ακόμα φορά την εκπεφρασμένη βούληση των Ελληνοκυπρίων.
Η επιχειρηματολογία της δεν έχει αλλάξει στο παραμικρό. «Ένα παρόμοιο σχέδιο Ανάν αποτελεί την ύστατη ευκαιρία για την Αριστερά στο νησί», όπως η ίδια αρέσκεται να υποστηρίζει. Μόλις τον Μάιο του 2015 έλεγε σε συνέντευξή της: «Μία αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα δεν μπορεί να επέμβει και να καθοδηγήσει την Κύπρο. Δεν είναι αυτός ο ρόλος της. Είναι όμως σημαντικό μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα να δείξει εμπράκτως τι σημαίνει μια μη εθνικιστική προσέγγιση στη λύση του Κυπριακού. Το 2004 μπήκε μπροστά μια απολύτως εθνικιστική ανάγνωση του παρελθόντος»!

Ειδήμων για τα ελληνοτουρκικά!

Τη στράτευσή της υπέρ του σχεδίου Ανάν ακολούθησαν δημόσιες παρεμβάσεις της με στόχο να υπερασπιστεί την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, την οποία έβλεπε σαν όχημα για τον εκδημοκρατισμό της γειτονικής χώρας. Στο πλαίσιο αυτό για χρόνια σχεδόν αποθέωνε τον Ταγίπ Ερντογάν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το βιβλίο που ετοίμαζε το 2013 και το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Τουρκία και στον ηγέτη της Ερντογάν!
Τον θαύμαζε τόσο πολύ που τον συνέκρινε με τους Αμερικανούς εθνοπατέρες. Αν και ήταν έτοιμο για το τυπογραφείο, οι εξελίξεις την πρόλαβαν, προστατεύοντάς την τελικά από ένα επιστημονικό φιάσκο. Οι μαζικές διαδηλώσεις και τα αιματηρά επεισόδια στην Πόλη την άνοιξη του 2013 κατέδειξαν τον πραγματικό χαρακτήρα του καθεστώτος που είχαν επιβάλει οι ισλαμιστές του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.
Η επιχειρηματολογία της διαψευδόταν με τον πιο κραυγαλέο τρόπο. Έτρεξε τότε λοιπόν να μαζέψει πίσω το πόνημά της απ’ όσους συναδέλφους και συντρόφους της το είχε ήδη μοιράσει. Αυτό, βέβαια, δεν την προστάτεψε από τα σαρκαστικά σχόλια για την επιστημοσύνη και για την ευστοχία των προβλέψεών της! «Μόλις τρεις εβδομάδες πριν τα επεισόδια η Σία χαρακτήριζε τον Ερντογάν το νέο Τόμας Τζέφερσον της Ανατολής. Όσοι μπόρεσαν να διαβάσουν το βιβλίο, καθώς ήταν ιδιαίτερα ακατανόητο ακόμα γελάνε…» μας λέει συνάδελφός της καθηγητής στο Πάντειο.
Ούτε αυτό, όμως, έπληξε τις αμετροεπείς φιλοδοξίες της. Είχε, άλλωστε, εξασφαλισμένη την αμέριστη υποστήριξη της εσωκομματικής ομάδας των «53» και ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν ήδη στην αξιωματική αντιπολίτευση και σε τροχιά προς την εξουσία.

Η σχέση με την οργάνωση του Σόρος

«Αν ψάξει κανείς προσεκτικά θα διαπιστώσει τις διασυνδέσεις της Σίας με διάφορα κέντρα και μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως το CDRSEE που χρηματοδοτείται από πολυεθνικές και ισχυρές χώρες» μας λέει ο ίδιος καθηγητής. Τί δουλειά, άραγε, έχει μία τόσο ριζοσπάστης αριστερή με μία ΜΚΟ, στην οποία προεδρεύει ο εφοπλιστής Κώστας Καρράς και η οποία επισήμως χρηματοδοτείται αδρά από τον Σόρος για να ξαναγράψει την ιστορία;
Η Σία είναι επίσης μέλος και του δικτύου Transform που τάχθηκε κατά της απόσυρσης του περιλάλητου βιβλίου της ΣΤ’ Δημοτικού, το οποίο φέρει την υπογραφή της εξίσου περιλάλητης Ρεπούση. Οι δύο τους, άλλωστε, συμμερίζονται τις ίδιες αντιλήψεις. Το γεγονός ότι αρνούνται τη γενοκτονία που διέπραξε ο τουρκικός μιλιταριστικός εθνικισμός κατά των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής, δεν τις εμποδίζει να χρησιμοποιούν με μεγάλη ευκολία τον όρο γενοκτονία σε άλλες περιπτώσεις που ταιριάζουν στις ιδεοληψίες τους.
Σε άρθρο της για τη Μικρασιατική Καταστροφή αναφέρει: «Η Μεγάλη Ιδέα μεταλλάχθηκε όμως σε ένα βαθύ, ιδεολογικό υπόστρωμα, το οποίο διεκδίκησε υπερταξικότητα: ο Ελληνισμός συρρικνώνεται ή καταστρέφεται, όχι εξαιτίας της ιδεολογίας και της πολιτικής της ηγεσίας του, αλλά εξαιτίας των εχθρών του. Οι εχθροί αλλάζουν ανάλογα με την εποχή: οι Τούρκοι για όλες τις εποχές, οι κομμουνιστές κάποτε (και τώρα;), οι μετανάστες σήμερα. Ο ακραίος και ρατσιστικός εθνικισμός, η Μεγάλη Ιδέα, η παλιά και νέα εθνικοφροσύνη, ήταν και παραμένουν ο μεγαλύτερος εχθρός του έθνους».

Το πέρασμα και η επιστροφή στο υπουργείο Εξωτερικών

Παρόλα αυτά, πριν κλείσει εξάμηνο στη Βουλή, στην Αναγνωστοπούλου δόθηκε, έστω και για λίγες εβδομάδες τότε, το ευαίσθητο χαρτοφυλάκιο των ευρωπαϊκών υποθέσεων στο υπουργείο Εξωτερικών. Πώς είχε γίνει αυτό; Γιατί ο πρωθυπουργός είχε επιλέξει αυτή και όχι κάποιο άλλο στέλεχος; Η απάντηση είναι ότι την είχε επιλέξει με κριτήριο τις εσωκομματικές σκοπιμότητες. Η Σία ανήκει στην “ομάδα των 53”, η οποία διαθέτει ισχυρά ερείσματα στον κομματικό μηχανισμό.
Το γεγονός ότι το 2015 στελέχη της «ομάδας των 53» είχαν δείξει κάποιες δειλές τάσεις διαφοροποίησης στην κρίσιμη πρώτη ψηφοφορία για τα προαπαιτούμενα εν όψει του 3ου μνημονίου (σε κάποια από αυτά είχε ψηφίσει παρών) είχε υποχρεώσει τον Αλέξη Τσίπρα να προσφέρει ανταλλάγματα για να κατευνάσει τις αντιδράσεις. Έτσι η Σία βρέθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών.
Τότε, η Αναγνωστοπούλου δεν είχε επιβιώσει εκεί. Σύντροφοί της λένε γι’ αυτήν πως δεν χαρακτηρίζεται από εγκράτεια. Το 2015 είχε επιτεθεί εναντίον και του Μανώλη Γλέζου. Είχε πει στον Ant1 Πάτρας: «Ηρωισμοί και προσωπική πολιτική δεν χωρούν αυτές τις κρίσιμες στιγμές… Εάν διαφωνείς φεύγεις. Θα περίμενα πιο συνετή στάση από τον Μανώλη Γλέζο. Διαφωνώ κάθετα με τις θέσεις του. Με βρίσκει κάθετα αντίθετη η προσωπική προβολή που επιδιώκει ο Μανώλης Γλέζος».
Πρέπει να της αναγνωριστεί ότι η Σία δεν μασάει τα λόγια της. Και γιατί να τα μασήσει, άλλωστε; Τρισήμισυ χρόνια από τότε ξαναπαίρνει το ίδιο χαρτοφυλάκιο, έχοντας αυτή τη φορά υπουργό όχι το Νίκο Κοτζιά, που ασκούσε ασφυκτικό έλεγχο, αλλά τον Γιώργο Κατρούγκαλο. Ίσως είναι η ανταμοιβή της για το γεγονός ότι στην ομιλία της στη Βουλή για τη Συμφωνία των Πρεσπών κατάφερε το μοναδικό: να ισχυριστεί πως η υπογραφή της ήταν αντιιμπεριαλιστική πράξη! Μετά από αυτό μέχρι και ο Νίκος Κοτζιάς θα την συμπαθούσε…
Πηγή: 

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

«Η λογική του κατήφορου είναι ο πάτος»


«Η λογική του κατήφορου είναι ο πάτος»

Είναι κάπως αξιοθρήνητο, εκατό χρόνια μετά τα γεγονότα του 1917 να μην έχουμε μάθει, τι συνέβη τότε και από τότε

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Διάβασα μια κριτική της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» για το ντοκυμαντέρ «Η μεγάλη ουτοπία» του Φώτου Λαμπρινού (μπορείτε, αν έχετε χρόνο για χάσιμο, να τη διαβάσετε εδώ.) την οποία μου έστειλαν επειδή είδα την ταινία και στήσαμε ολόκληρο καβγά με τον Φώτο Λαμπρινό. (Διαφωνούμε συχνά· έχει συμβεί να μου κλείσει το τηλέφωνο.) Τέτοιες διαφωνίες είναι για το ΚΚΕ «ντροπή»· ο Φώτος Λαμπρινός, αν ήταν συνεπής κομμουνιστής, δεν θα έπρεπε να συναναστρέφεται ιδεολογικούς εχθρούς. Το ΚΚΕ χρησιμοποιεί, ως συνήθως, τα επιχειρήματα και τις κατάρες των θεοσεβούμενων, των τρελών του θεού: ντροπή, κατάντια, θα μετανιώσετε, οι μέρες σας είναι μετρημένες...
Έκανα κάποιες σκέψεις διατρέχοντας το κείμενο που είχε τίτλο «Η λογική του κατήφορου είναι ο πάτος», μεταξύ των οποίων ότι, αν το σύστημα Δικαιοσύνης λειτουργούσε κανονικά, θα μπορούσε να θεωρηθεί συκοφαντική δυσφήμιση και να κριθεί σε δικαστήριο. Το αντιπαρέρχομαι και δεν έχω καμία διάθεση να ανοίξω διάλογο με τους φασίστες και τους ηλιθίους του ΚΚΕ. Αλλά η μικρόνοια, η μικροψυχία, η άγνοια και η μισαλλοδοξία αυτού του δήθεν «ιστορικού» κόμματος (το οποίοι πολλοί σέβονται και θεωρούν «σοβαρό»: ακόμα ένα ελληνικό παράδοξο) μου δίνει την ευκαιρία ενός σχολίου για τις αποχρώσεις της ελληνικής αριστεράς που προκύπτουν από την ίδια μήτρα. Και για το πώς συμπεριφέρεται προς αυτές το ΚΚΕ.
Ο συντάκτης του «Ριζοσπάστη» επιτίθεται, με ύφος πολύξερου ιστορικού, σε μια ταινία η οποία εξυμνεί, με τον τρόπο της, την επανάσταση των μπολσεβίκων και τον Λένιν. Η «Μεγάλη ουτοπία» είναι έργο ενός κομμουνιστή που έμαθε, με χαρακτηριστική καθυστέρηση, ότι διεπράχθησαν εγκλήματα και φρικαλεότητες ακόμα και πριν από τις σταλινικές εκκαθαρίσεις (τις οποίες το ΚΚΕ θεωρεί είτε δυτική προπαγάνδα, είτε απαραίτητες εφόσον οι εκτελεσθέντες ήταν αντεπαναστάτες και σπιούνοι).

Η ταινία είναι λοιπόν φιλομπολσεβικική, αλλά το ΚΚΕ δεν ανέχεται την παραμικρή επιφύλαξη για την εξέλιξη της επιλεγόμενης ουτοπίας. Και να τι γράφει, μεταξύ άλλων: «Ό,τι πιο αντιδραστικό και χυδαίο έχει κατά καιρούς παραχθεί στο βούρκο της αστικής αντικομμουνιστικής προπαγάνδας για την Οχτωβριανή Επανάσταση και την οικοδόμηση του πρώτου εργατικού κράτους, επιστρατεύτηκε στο ντοκιμαντέρ του Φώτου Λαμπρινού ‘Η μεγάλη Ουτοπία, 1917-2017’, που εμφανίστηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες τη μέρα έναρξης του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΕ, με τη μεγαλεπήβολη καθώς φαίνεται φιλοδοξία να αντιπαρατεθεί στις θέσεις και τη στρατηγική του Κόμματος. Η απόπειρα έληξε άδοξα, αφού το έργο κατέβηκε από τις οθόνες των αθηναϊκών κινηματογράφων σε μια μόλις βδομάδα, παρά τη γενναιόδωρη υποστήριξή του από τα αστικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και λιγοστούς κριτικούς κινηματογράφου. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, γιατί ποιον άνθρωπο που σέβεται τον εαυτό του θα ενδιέφερε και θα έπειθε αυτό το εμπαθές «ντοκιμαντέρ μυθοπλασίας», όπως το όρισε ο ίδιος ο σκηνοθέτης του, αποκαλύπτοντας το μυθολογικό χαρακτήρα των όσων ― με γλωσσική αισθητική τηλεοπτικού μεσημεριανάδικου ― μας εξιστορεί;»
Κοντολογίς, οι άνθρωποι του ΚΚΕ χαρακτηρίζουν αντιδραστικούς και χυδαίους όλους όσοι, έστω ακροθιγώς, εκθέτουν κάποιες παραδρομές της επαναστατικής διαδικασίας. Αλλά βεβαίως, αυτό δεν είναι καινούργιο. Ούτε είναι καινούργια η ψυχωσική αυτοαναφορικότητα, η παρανοειδής εμμονή: η ταινία προβλήθηκε την ημέρα της έναρξης του 20ού συνεδρίου του ΚΚΕ · τυχαίο; Δεν νομίζω! (Είχαμε μια σκασίλα για το 20ό συνέδριο του ΚΚΕ…) Το πρόβλημα είναι ακριβώς αυτό: τίποτα δεν είναι καινούργιο, τίποτα δεν αλλάζει στο ΚΚΕ και στο ποίμνιό του.
Υπάρχουν δύο βασικά ρεύματα κριτικής και απόρριψης του κομμουνισμού. Το πρώτο είναι η κριτική στην εφαρμογή της θεωρίας (την οποία ασκούσε το πάλαι ποτέ ΚΚΕ εσωτερικού και την οποία ασκεί σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ ενσωματώνοντας αναρχίζοντα στοιχεία)· το δεύτερο είναι η κριτική στον ίδιο τον μαρξισμό ο οποίος οδήγησε σε αιματηρές επαναστάσεις και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Το ΚΚΕ δεν ασχολείται με το δεύτερο ρεύμα διότι το εκπροσωπούμε εμείς οι φασιστοκαπιταλιστές, οι δεδηλωμένοι ταξικοί εχθροί, οι τσαρικοί εφόσον το σημείο αναφοράς είναι πάντοτε η Ρωσία. Επικεντρώνεται στους δικούς του «αποστάτες» που έχουν ελαφρώς διαφοροποιηθεί ασκώντας κριτική στο κομματικό αλάθητο και στα μονοκομματικά κράτη που οικοδομήθηκαν στις σοσιαλιστικές χώρες (αν και οι περισσότεροι θαυμάζουν τον Φιντέλ Κάστρο, έχουν αδυναμία στους τριτοκοσμικούς λαϊκιστές δικτάτορες και θαμπώνονται, κρυφίως, από τη στρατιωτική πειθαρχία).
Η κριτική εκ μέρους των «αποστατών» γίνεται συνήθως με ταπεινότητα, ψιθύρους και ηθελημένη απόκρυψη γεγονότων ώστε να μη δώσουν λαβή στους πολέμιους του σοσιαλισμού: οι αριστεροί δεν απομακρύνονται ποτέ από το ΚΚΕ από φόβο μήπως κατηγορηθούν για εσχάτη προδοσία, κάτι που, προφανώς, αποτελεί γι’ αυτούς την υπέρτατη ρετσινιά ― μοιάζουν σαν να περπατούν πάνω σε αυγά προσπαθώντας να την τα σπάσουν. Από την πλευρά του, το ΚΚΕ  παραμένει ανελέητο όπως ήταν όταν παρέσυρε τους Έλληνες σε μαξιμαλιστικά αιτήματα, σε αποχή από τις εκλογές, σε εμφύλιο πόλεμο, σε πεισματική στάση ηρωισμού, σε κατασκευή θυμάτων: επιτίθεται, με φονικά ένστικτα, σε οποιονδήποτε τολμάει να αρθρώσει κάτι που δεν έχει εγκρίνει η σταλινική ηγεσία.
Κι επειδή η τακτική του είναι σφοδρή και ισοπεδωτική, οι περισσότερες ομάδες που αποσχίστηκαν από το ΚΚΕ διατήρησαν τον αυταρχισμό, την τακτική της λάσπης και της προπαγάνδας, την πρόθεση της εξόντωσης του αντιπάλου, τον καθαγιασμό κάθε βρώμικου μέσου. Πράγματι, μερικές είναι λιγότερο πουριτανικές ως προς τα σεξουαλικά ήθη και τις ενδυματολογικές συνήθειες· άλλες, είναι εξίσου πουριτανικές αλλά διαφέρουν ως προς την πρόσληψη και την ερμηνεία ορισμένων ιστορικών γεγονότων. Αυτό που ενώνει όλες τις ομάδες που γεννήθηκαν από το ΚΚΕ είναι ― εκτός από τον εθνικισμό, τον μιζεραμπιλισμό και τη ρωσοφιλία ― ο κοινός εχθρός: ο αντικομμουνισμός, τον οποίον ταυτίζουν με τον φασισμό. Πρόκειται για μια μορφή νοσηρής νοσταλγίας: οι κομμουνιστές έχουν πολλά κοινά με τους φασίστες στο ήθος και στο πολιτικό πρόγραμμα, αλλά επίσης γνώρισαν την καλύτερη στιγμή τους, το ζενίθ της δημοτικότητάς τους, στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Είναι κάπως αξιοθρήνητο, εκατό χρόνια μετά τα γεγονότα του 1917 να μην έχουμε μάθει, όσοι ενδιαφερόμαστε να μάθουμε, τι συνέβη τότε και από τότε. Το ΚΚΕ, όπως φανερώνει με γελοίο τρόπο αυτή η κριτική στην ταινία «Η μεγάλη ουτοπία», ζει στο σκοτεινό του σπήλαιο, με τα μουχλιασμένα του σταλινικά εγχειρίδια, αποκομμένο από την ιστοριογραφία κι από την εξέλιξη του πολιτισμού ― ακλυδώνιστο και μακαριότατο, φορέας της αλήθειας και της πίστης. Και σαν μην έφτανε αυτό, που είναι αρκούντως σοβαρό εφόσον περίπου 10% των Ελλήνων στηρίζουν το κόμμα των μπολσεβίκων, οι Κουκουέδες κατηγορούν τους δικούς τους για «γκεμπελική προπαγάνδα». 

Η λογική του κατήφορου είναι ο πάτος · η χιλιαστική νοοτροπία του ΚΚΕ («έρχεται το τέλος σας, προδότες και λακέδες του κεφαλαίου!») μου θυμίζει τον Paul Léautaud, ο οποίος, όταν του χτύπησε την πόρτα ένας μάρτυρας του Ιεχωβά λέγοντάς του ότι ήρθε η Συντέλεια του κόσμου, απάντησε: «Δεν έπρεπε να με ενοχλήσετε για κάτι τόσο ασήμαντο.»

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Η φρικτή δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη

Η Ελένη Παπαδάκη (4 Νοεμβρίου 1908 - 21 Δεκεμβρίου 1944) υπήρξε κορυφαία Ελληνίδα ηθοποιός που διέπρεψε σε ποικίλους ρόλους. Το πέρασμά της από την ελληνική σκηνή άφησε ένα μυθικό αποτύπωμα ανεπανάληπτο και ήδη σε ηλικία 36 ετών κατόρθωσε να οικοδομήσει ένα μέγιστο παράδειγμα ολοκληρωμένου καλλιτέχνη σύμφωνα με τον Κώστα Γεωργουσόπουλο (Παγκόσμιο Βιογραφικό λεξικό, τόμ 8 σ.134, Εκδοτική Αθηνών 1988) - Εκτελέστηκε από μέλη του ΕΑΜ στα Δεκεμβριανά. 


Ο Μάνος Ελευθερίου γράφει (16-11-2014) 
για την δολοφονία 
της Ελένης Παπαδάκη 

Στη μνήμη του θαυμάσιου Πολύβιου Μαρσάν

Διάβασα για …εικοστή φορά στη ζωή μου όσα έγραψε κάποτε ο Δημ. Μυράτ για τη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη και αναδημοσιεύτηκαν στην εφ. «ΤΑ ΝΕΑ» στις 6-7 Σεπτεμβρίου 2014. ΕΔΩ. Υπάρχουν ασάφειες, κενά και, δυστυχώς, ηθελημένες παραλείψεις. Σ’ αυτά θέλω να απαντήσω τελείως τηλεγραφικά, έστω κι αργά, ό,τι μπορώ. Αλλού είναι η θέση τους με τις απαραίτητες παραπομπές.
Πρώτα πρώτα πώς του ’ρθε του Μυράτ να γράψει «γι’ αυτό» ύστερα από τόσα χρόνια. Ήταν έξυπνος, μορφωμένος και έγραφε θαυμάσια. Ηθοποιός δεν ήταν και το ήξερε. Τι τον έσπρωξε όμως να δημοσιεύσει αυτό το καυτό θέμα μάλλον στο παλαιό περιοδικό «Ευθύνη»; Τι λέπια και λεκέδες ήθελε ν’ αποτινάξει από πάνω του στο περιορισμένο κοινό ενός λαμπρού μεν αλλά «άγνωστου» περιοδικού; Γιατί τον έτρωγε το «θέμα», ύστερα από τόσα χρόνια, αφού ο ίδιος ήθελε να πιστεύει τον εαυτό του τελείως αθώο του αίματος της Παπαδάκη;

Εντύπωση κάνει επίσης ότι αποφεύγει να αναφέρει το όνομα της αδελφής του Μιράντας, από άλλη μητέρα, όταν εκείνα τα χρόνια και οι πέτρες ακόμη βοούσαν για το θανάσιμο μίσος της προς τη μεγάλη ηθοποιό, πριν, και την υποτιθέμενη συμμετοχή της στη δολοφονία της, μετά. Υπάρχουν δημοσιεύματα της εποχής που αναφέρουν ολοκάθαρα ονόματα και περιστατικά. Σ’ αυτά ουδείς απάντησε και ουδείς έσυρε ποτέ κάποιον στα δικαστήρια γι’ αυτή την τρομερή προσβολή και συκοφαντία. Η Μιράντα Μυράτ, την οποία δεν αναφέρει ποτέ ο Δημήτρης ή Τοτός Μυράτ, ανήκε κι αυτή, όπως και ο αδελφός της και ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα στο ΕΑΜ. Υπάρχουν φωτογραφίες της από διαδηλώσεις να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή με σηκωμένο χέρι και ασφαλώς να φωνάζει «θάνατος στους φασίστες». Ο πιο εύστοχος τίτλος μιας τέτοιας φωτογραφίας θα ήταν τότε «Η παρασυρθείσα κόρη». Όσο για τη σχέση της με την Πολιτοφυλακή Πατησίων –εκεί που κατέληξε η Παπαδάκη–είναι ότι έμενε δύο τετράγωνα παρακάτω, στο σπίτι μιας Γεωργιάδου. Αυτό αρκούσε για να γραφεί στο τάκα τάκα ένα μονόπρακτο. Μετά τα Δεκεμβριανά ακολούθησε τους χιλιάδες εαμίτες στην υποχώρησή τους στην παγωμένη ελληνική επαρχία, χωρίς να προφθάσει να μετακινηθεί προς τις ανατολικές χώρες και επέστρεψε στην Αθήνα. Εκεί την έκρυψε από τους κακούς ανθρώπους η μητέρα της, ηθοποιός Κυβέλη, σύζυγος του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, του επιλεγόμενου τότε «παπατζή».

Λίγο καιρό μετά έκανε δήλωση μετανοίας καταδικάζοντας τον κομμουνισμό και για τον εαυτό της γράφει ότι όλα όσα έκανε και όσα είπε τα έκανε ως «παρασυρθείσα». Έτσι προσελήφθη και στο Εθνικό Θέατρο, τον δημόσιο οργανισμό, που εκείνα τα χρόνια και για να πιεις νερό χρειαζόσουν από την αστυνομία χαρτί νομιμοφροσύνης. Πάει κι αυτό.

Η αίτησή της στο Εθνικό Θέατρο για να επαναπροσληφθεί ως υγιώς και εθνικώς πλέον σκεπτομένη έχει χαθεί.

Ο Μυράτ αποφεύγει ακόμη να αναφέρει τον πόλεμο, τον παροξυσμό και τις λυσσαλέες επιθέσεις που δεχόταν η Παπαδάκη στα δύο τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής της και από συναδέλφους και από τα φύλλα μιας κατάπτυστης «εθνικόφρονης» εφημερίδας. Αυτά τα ήξερε και τα διάβαζε. Ποιος τα χαιρόταν όμως και ποιος τα υπαγόρευε; Και βέβαια θα ήξερε τις τελείως αντισυναδελφικές, πρόστυχες, μοχθηρές, εκδικητικές πράξεις της Ασπασίας Παπαθανασίου (η ίδια η Ασπασία τα γράφει χαρτί και καλαμάρι σε βιβλίο της) και της Αλέκας Παΐζη, επάνω στη σκηνή, τις ώρες της παράστασης, όταν η Παπαδάκη υποδυόταν την Εκάβη στο Εθνικό Θέατρο, του Δεκέμβρη 1943, και οι δύο κυρίες, νεαρές τότε, συμμετείχαν στο Χορό της ίδιας τραγωδίας! Παραλείπω τα κείμενα γιατί θα στενοχωρηθούμε όλοι.
Και επειδή η Παπαδάκη συνελήφθη στο σπίτι του Μυράτ (το ίδιο βράδυ τη δολοφόνησαν στο έρημο, τότε, Γαλάτσι) και επειδή την άλλη μέρα το μεσημέρι κατόρθωσε η θεία του, Μαρίκα Κοτοπούλη, αδελφή της μητέρας του, να στείλει το αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού, με τον ίδιο τον διευθυντή μέσα, τον Ελβετό Λαμπέρ, στο σπίτι του στα Πατήσια, στην οδό Ιακωβίδου, και να τον μεταφέρουν σώο στο Κολωνάκι, αποφάσισε να μην πάει στην κηδεία της ένα μήνα μετά (τότε βρήκαν το πτώμα της). Οι γονείς του πήγαν και φυσικά η «θεία» Μαρίκα.


Τώρα πώς κατόρθωσε το αυτοκίνητο του Ερυθρού Σταυρού, με τους τεράστιους κόκκινους σταυρούς σε όλες τις πλευρές του, να διασχίσει την εαμοκρατούμενη Αθήνα είναι μυστήριο. Ίσως οι εαμίτες συμμορφώθηκαν για λόγους «ανθρωπισμού» στην παράκληση των Άγγλων να μην πυροβολούν τα αυτοκίνητα και να «σεβαστούν το διεθνές σήμα».

Στις 11 Δεκεμβρίου 1944 ρίχτηκαν από αέρος χιλιάδες προκηρύξεις μ’ αυτή την παράκληση. Ενδεικτικά αναφέρω την κατακλείδα της σπάνιας προκήρυξης: «Παρακαλούμεν άπαντας να σεβασθούν το διεθνές σήμα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και να μην πυροβολούν κατά των μεταγωγικών αυτών αυτοκινήτων, τα οποία μεταφέρουν φαρμακευτικά είδη εις τους πληγωμένους και τρόφιμα εις τον Λαόν των Αθηνών».
Γι’ αυτό το επεισόδιο ο Μυράτ δεν λέει τίποτε. Ή έγραψε και το ’σκισε μετά ή κάπου ακόμα λανθάνει και περιμένει τη νεκρανάστασή του. Αρκεί να πέσει σε χέρια σοβαρών ερευνητών.

Αρχίζοντας ο Μυράτ μας λέει ότι λίγο πριν αρχίσουν τα άγρια όργανα είπε στην Παπαδάκη να εξαφανιστεί «για να μην τη βρει κακό». Πώς γνώριζε ότι κινδύνευε; Εκείνη θύμωσε και τον αποπήρε. Μέγα και βλακώδες λάθος της. Υπολόγιζε ότι θα παρουσιαζόταν σε κάποιο «πολιτισμένο» δικαστήριο και με δυο δικηγόρους για να αποστομώσουν τους εχθρούς της, αν συνέβαινε κάτι άσχημο και παρατραβηγμένο. Εκτός αυτού είχε ντοκουμέντα. Είχε σημειώματα και επιστολές για να τρέξει και να βοηθήσει. Πράγματι βοήθησε και έσωσε τριάντα δύο (32) κρατούμενους είτε από το εκτελεστικό απόσπασμα είτε να αποφυλακιστούν. Είχε επιστολές από τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό, τη συγγραφέα Λιλίκα Νάκου, τον ενδυματολόγο Αντώνη Φωκά. («Άραγε τους ξέρει κανείς σήμερα αυτούς τους ανθρώπους;) Είχε «άκρες». Κυρίως στον Αρχιεπίσκοπο, στο δήμαρχο Αθηναίων Γεωργάτο, στον ίδιο, το μισητό πρωθυπουργό Ράλλη, κολλητό φίλο του πατέρα της.

Ακόμη κι όταν κάποιο άγιο χέρι ενός αγνώστου έριξε κάτω από την πόρτα της σημείωμα που τη συμβούλευε να εξαφανιστεί αμέσως γιατί την κυνηγούν να τη δολοφονήσουν, εκείνη το αγνόησε. Ευτυχώς δεν το αγνόησε ο λαμπρός συνάδελφος και φίλος της Νίκος Δενδραμής και σώθηκε. Υπάρχουν δύο κυρίες σήμερα οι οποίες γνωρίζουν τίνος ήταν εκείνο το χέρι που έστειλε αυτά τα δύο σημειώματα, με κίνδυνο της ζωής του, και το κρύβουν μέχρι τώρα για άγνωστους λόγους. Πιθανόν εθνικούς! Δεν γράφω επίθετα και σχόλια γιατί θ’ αποκτήσω ακόμη δύο εχθρούς. (Όμως κάτι με βασανίζει. Έχει γούστο, λέει, να ήταν το χέρι του Μυράτ!)

Την Παπαδάκη τη συνέλαβαν πράγματι στο σπίτι των Μυράτ, απόγευμα της 21 Δεκεμβρίου 1944. Αυτός που τη ζήτησε ήταν ο φοιτητής Ιατρικής Κ.Μ., αργότερα γνωστός γιατρός της Αθήνας, κάτοικος κι αυτός της περιοχής Πατησίων, οδός Χρυσοστόμου Σμύρνης, πάροδος Καυτατζόγλου, γιος εφοριακού– (είχαν κάνει μαζί κάμποσες συλλήψεις, ίσως για να εκδικηθεί το θάνατο του αδελφού του από τους γερμανούς). Κάποτε που τον ρώτησα στο τηλέφωνο για κείνο το «περιστατικό» μου είπε ότι έφαγε τόσο ξύλο από τους δεξιούς (τα Χερουβείμ δηλαδή της πατρίδας γιατί οι άλλοι ήταν τα Σεραφείμ) που δεν θυμόταν τίποτε. Τον πιστεύω ακόμη. «Έφυγε» κι αυτός αλλά αργά!

Μαζί του έσερνε έναν αστυφύλακα με πολιτικά, «δικό μας» πια, ονόματι Θεόδωρο Μιχαλόπουλο και τον υποβολέα του θεάτρου Δημήτρη Σούλη. Αυτόν κι αν γνώριζαν όλοι οι θεατράνθρωποι! Όπως γνώριζαν και τους συναγωνιστές και φίλους τους στην Πολιτοφυλακή Πάνο Καραβουσάνο, ηθοποιό τετάρτης κατηγορίας και τον μπάσο της Λυρικής Σκηνής Εμμανουήλ Δουμάνη. Αυτοί όλοι ήταν μόνιμοι κάτοικοι της Πολιτοφυλακής Πατησίων.



Η Παπαδάκη συνοδευόμενη από τη φίλη της Αιμίλια Καραβία και τον Δ. Μυράτ, οδηγήθηκε πρώτα στα γραφεία της Λαϊκής Επιτροπής του ΕΑΜ, επί της οδού Πατησίων 314, για να αναφερθεί όπως ορίζει η στρατιωτική τάξη ότι η διαταγή τους εξετελέσθη (αυτό «ξέχασε» να το αναφέρει ο Μυράτ, καίτοι πολύ σημαντικό) και εν συνεχεία όλοι μαζί πήγαν στην Πολιτοφυλακή της γειτονιάς τους, η οποία στεγαζόταν στην επιτεταγμένη έπαυλη Παπαλεονάρδου, οδός Πολυλά και Ροστάν.
Εκεί την υποδέχεται ο Καραβουσάνος με χειροφίλημα! Ούτε αυτό αναφέρει ο Μυράτ. Αναφέρει όμως ότι εκδιώκονται «με το άγριο». Από ποιους άγριους και πόσο άγρια απέναντι σ’ ένα γνωστό τους γραμματέα του ΕΑΜ, στρατιωτικά ανώτερό τους, ο οποίος μπαινόβγαινε διαρκώς στην Πολιτοφυλακή και τον γνώριζαν όλοι. Και δεν ήταν ύποπτος που συνόδευε μια επικίνδυνη ύποπτη;
(Να σκεφτεί μόνο κανείς ότι ο Καραβουσάνος ήταν στο πάνελ των ηθοποιών οι οποίοι διαγράψανε τους συναδέλφους τους –δίπλα στον «συνάδελφό» τους, τον μέγα Αιμίλιο Βεάκη– και ίσως ακολούθησε, μαζί με τον μπάσο της Λυρικής Σκηνής, το εκτελεστικό απόσπασμα έως τον ορισμένο τόπο για να πιστοποιήσει ιδίοις όμμασι τον «θάνατο της πουτάνας». Αυτός ήταν ο τίτλος που της απονεμήθηκε στα συνέδρια των ηθοποιών, από τους ίδιους τους αφιονισμένους ηθοποιούς. Εδώ ονόματα δεν λέμε).
Και συνεχίζει ο Μυράτ: «Σαν ήρθε ο καπετάν Ορέστης…»

«Καλλιτεχνικό» ψευδώνυμο ενός νέου 23 χρόνων, διοικητή της Πολιτοφυλακής Πατησίων από τα αισχρά και εγκληματικά λάθη της ηγεσίας του Κόμματος, ο οποίος και λόγω της ηλικίας του είχε το κουσούρι να κυνηγάει μόνο γυναίκες. Έκανε «όργια» λέει ο Μυράτ (για σκέψου, για σκεφθείτε τι όργια!) ο οποίος έγραψε κάποτε ότι και ο ίδιος ήταν «λάτρης» του ποδόγυρου. Έτσι ακριβώς, αλλά φαίνεται χωρίς όργια. Ενώ αν ο Ορέστης κυνηγούσε άντρες όλα θα ήταν ομαλά, ρόδινα και δίχως όργια.
Ενδιαφέρον μεγάλο παρουσιάζει ο αμέσως επόμενος, μετά τον Ορέστη, διοικητής της Πολιτοφυλακής Πατησίων, ο οποίος καταθέτει τέσσερις μήνες αργότερα, στο 16ο αστυνομικό τμήμα, ότι ο Ορέστης «επεδίδετο μετά γυναικών εις ακολάστους πράξεις»!
Δηλαδή τι άλλο έκανε ένας φυσιολογικός νέος 23 χρόνων από εκείνα όπου κάνουν επί εκατομμύρια χρόνια οι άνθρωποι στον πλανήτη. Το όνομα του νέου διοικητή: Νίκος Ανδρικίδης. Θα τον βρούμε παρακάτω, κολλητό φίλο, κι αυτόν, του Μυράτ.


Δημήτρης Μυράτ

Ο Ανδρικίδης συνέλαβε και εκτέλεσε τον Ορέστη (τα γράφει αυτά ο Μυράτ χωρίς να αναφέρει το όνομα του φίλου του Ανδρικίδη) διότι εκτός από τις «ακόλαστες πράξεις» κατάκλεβε όλους τους «αντιδραστικούς» που συνελάμβανε. Έκλεβε δηλαδή τις βέρες, τους σταυρούς και ό,τι χρυσαφικό και λίρες είχαν κρύψει στις ραφές των ρούχων τους και είτε τα κρατούσε ο ίδιος είτε τα χάριζε στις γκόμενες και δεν τα παρέδιδε στους ανωτέρους του «για τις ανάγκες του κόμματος». Έτσι ακριβώς ήταν η κατηγορία και γι’ αυτό η ηγεσία έστειλε τον Ανδρικίδη στα Πατήσια για να βάλει τάξη. (Ο Ορέστης πήρε το δαχτυλίδι και το ρολόι της Παπαδάκη).
Τώρα πώς το άσπιλο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος είχε αλισβερίσι με τους μαυραγορίτες και τους απατεώνες σαράφηδες της αγοράς, οι οποίοι εξαργύρωναν βέρες, ρολόγια και χρυσαφικά με λίρες Αγγλίας είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία. Σε κάποια δίκη του Ανδρικίδη που αναφέρθηκε το όνομα του Ορέστη (η γελοιότητα όλων ανεξαιρέτως δεν έχει όρια: ουδείς «γνώριζε» το πραγματικό του όνομα –το οποίο βρήκα πολύ αργότερα!) και η εκτέλεσή του «για να μη θρηνήσουμε και άλλα θύματα» όπως κατέθεσε αιφνιδίως ο ουρανοκατέβατος μάρτυρας υπεράσπισης του Ανδρικίδη, Δημήτρης Μυράτ, μια ηθοποιός, Ολυμπία Παπαδούκα ονόματι, έγραψε ότι στη δίκη «προσκομίστηκαν επίσημα χαρτιά (τα οποία πήραν πίσω αυτοί που τα προσκομίσανε) στο δικαστήριο, που αποδείχνανε (!) ότι ο νεαρός Ορέστης ήταν έμμισθος πράχτορας της Ιντέλιντζες Σέρβις! Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο έστειλε την Παπαδάκη στο απόσπασμα για να κηλιδωθεί το ΚΚΕ και το ΕΑΜ».
«Πράχτορας» λοιπόν ο αλητάμπουρας, όπως λίγο αργότερα καραμπινάτοι πράχτορες ήταν ο άγιος Νίκος Πλουμίδης και ο έξοχος Κώστας Καραγιώργης και πάλι λίγο αργότερα ο ίδιος, ο διαβόητος Νίκος Ζαχαριάδης και ο Τρότσκι και εκατομμύρια στρατιωτικοί και πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης, ο ανθός της μεγάλης Επανάστασης και πολλοί δικοί μας, αγνοί ιδεολόγοι, που πήγαν άδικα των αδίκων. Εδώ πρέπει να σκεφτούμε αυτά τα επίσημα χαρτιά, ίσως σε περγαμηνή, σαν διπλώματα Ανωτάτων Σχολών, με υπογραφές και σφραγίδες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Όλα αυτά τα λέγανε και τα γράφανε κιόλας ηλικιωμένοι και γνωστότατοι δημοσιογράφοι χωρίς ίχνος ντροπής.
Ώρα μία μετά τα μεσάνυχτα της 21 Δεκεμβρίου 1944 ο διοικητής της Πολιτοφυλακής Πατησίων, Ορέστης, πρέπει να είναι κατάκοπος, αφού από τα χαράματα της προηγούμενης μέρας είναι στο πόδι. Θα σέρνεται από την κούραση κι ας είναι μόνο 23 χρόνων. Στην Πολιτοφυλακή επικρατεί χάος και το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στις υπόλοιπες Πολιτοφυλακές της Αθήνας.

Συνεχώς καταφθάνουν νέοι κρατούμενοι. Τους περισσότερους μετά από μια σύντομη ανάκριση στα όρθια, τους «περιποιούνται» στο Γαλάτσι μ’ ένα χτύπημα στο κεφάλι για να μην ακούγονται οι πυροβολισμοί. Όλοι είναι εξαγριωμένοι καθώς τους ερεθίζει το χυμένο αίμα και τους κάνει πιο επικίνδυνους, σαν τους καρχαρίες. Οι πολίτες κατηγορούνται είτε για συνεργάτες των γερμανών, δοσίλογοι και αντιδραστικοί είτε για τροτσκιστές. Οι μισοί από τα στελέχη της Πολιτοφυλακής που μύρισαν την επέλαση της ήττας τους και την επικείμενη σύλληψή τους, τα στρατοδικεία που θα πετούνε σε λίγο τις θανατικές ποινές σαν στραγάλια, έχουν ήδη φύγει πρώτα για τη Θήβα, παίρνοντας μαζί τους εκατοντάδες ομήρους, με σκοπό να προωθηθούν στους παραδείσους των ανατολικών χωρών.

Το να θυμάται όμως ο Ορέστης (όπως γράφει ο Μυράτ) μέσα σ’ εκείνο τον πανικό και την αναστάτωση το όνομα της Παπαδάκη, που πρώτη φορά άκουγε στη ζωή του, ότι ήταν εκείνη την οποία διέγραψε και ουσιαστικά καταδίκασε σιωπηρά σε θάνατο το εαμοκρατούμενο, εκείνη την περίοδο, Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, δύο μήνες ακριβώς νωρίτερα, στις 23 Οκτωβρίου, φαίνεται εντελώς ηλίθιο. Απλώς τη θυμήθηκε διότι μόλις πριν από λίγες στιγμές του ’δειξαν το χαρτί της διαγραφής και του τό ’τριψαν στα μούτρα. Ποιοι;
Κανείς δεν υποπτεύεται όμως ότι τις κινήσεις του Ορέστη τις παρακολουθεί κρυφά, τις ελέγχει και τις βαθμολογεί εδώ και τρεις μέρες, ΠΡΙΝ από τη σύλληψη της Παπαδάκη, ο Νίκος Ανδρικίδης, μέχρι προχτές διοικητής Πολιτοφυλακής ΠαγκρατίουΒύρωνα, Καισαριανής, με δεκάδες συλλήψεις και εκτελέσεις στη μερίδα του. (Το τρελό είναι ότι μόνο για ένα φόνο καταδικάστηκε!) Ίσως τότε τον γνώρισε ο Μυράτ.
Στην επίσημη κατάθεσή του ο Ανδρικίδης τον Απρίλιο 1945 τα ξερνάει όλα, αλλά πρέπει να σκεφτόμαστε πόσα άλλα του χρεώσανε οι αρχές και με ποιες τρομακτικές συνθήκες δόθηκε η κατάθεση. Τις ξέρουμε, τις ξέρουμε από αιώνες πώς γίνονται αυτές οι καταθέσεις. Εδώ να σημειώσω ότι κάποτε εμπιστεύτηκα σε κάποιον ηλίθιο αυτή τη μοναδική κατάθεση, σε φωτοτυπία, η οποία αποκτήθηκε με κόπο και χρήμα, κι εκείνος την ανακοίνωσε στο διαδίκτυο!

Εκεί λοιπόν αναφέρει ότι διετάχθη να παρακολουθεί κρυφά τον Ορέστη διότι, συν τοις άλλοις, δηλαδή τις γυναίκες, «έκλεβε ασύστολα τα θύματά του προς ίδιον όφελος» όπως είπαμε «και όχι για τις ανάγκες του Κόμματος».
Το όνομα της Παπαδάκη δεν το αναφέρει διότι απλούστατα δεν το είχε ακούσει κι αυτός ποτέ στη ζωή του.

Επομένως: από τις 18 Δεκεμβρίου, όπως γράφει και ο Πολ. Μαρσάν, τρεις μέρες δηλαδή πριν από τη σύλληψη της Παπαδάκη, που άρχισε ο Ανδρικίδης την έρευνά του, είχε μάθει για τις εν τω μεταξύ συλλήψεις και εκτελέσεις και δεν έκανε τίποτε για να τις σταματήσει.
Όταν μετά την εκτέλεση του Ορέστη ανέλαβε τη διοίκηση Πολιτοφυλακής Πατησίων ο Ανδρικίδης, εξακολούθησε με τη συμμορία του «προδότη» Ορέστη, όσους απόμειναν, να συλλαμβάνει και να εκτελεί πολίτες μέχρι τις 5 Ιανουαρίου 1945, ώσπου τό ’σκασε κι αυτός, πήγε στη μέση της Ελλάδας, τον συνέλαβαν, τον φέρανε στην Αθήνα και πέρασε από δίκη. Με βασικό μάρτυρα υπεράσπισης τον Δημήτρη Μυράτ.
Είπε ο Μυράτ στο δικαστήριο: «Δεν έπρεπε να οδηγηθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου, μια και ενήργησε έτσι με το πέρασμά του από τα Πατήσια, ώστε να γλιτώσουν ασφαλώς όλοι οι αθώοι».

Γι’ αυτά όλα όμως δεν έχει ούτε μία λέξη στο κείμενό του για την Παπαδάκη.

Ο Νίκος Ανδρικίδης (1914-2002) από τη Μικρά Ασία κι αυτός (!) έμεινε στη φυλακή 28 χρόνια. Απολύθηκε τον Ιανουάριο 1964. Στις 31 Οκτωβρίου 1986 του δόθηκε σύνταξη 9.600 δραχμών «ως παθών αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης»! Δυστυχώς είχε τυφλωθεί. Με τον Δημήτρη Μυράτ έμεινε κολλητός φίλος έως το τέλος. Τι συνέβη, πώς συνέβη, γιατί συνέβη άδηλον. Εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν.
Ιδού μία από τις επιστολές του Μυράτ προς τον Ανδρικίδη με ημερομηνία 31.12.1978:
Αγαπητέ Νίκο, Χρόνια Πολλά. Ευτυχισμένος ο Καινούριος Χρόνος. Σ’ ευχαριστώ για τη φωτοτυπία. Μόλις ησυχάσω θα σου γράψω περισσότερες λεπτομέρειες για την περιβόητη σύλληψη [της Ελένης Παπαδάκη, φυσικά. Εσωκλείω δύο διπλές προσκλήσεις, που ισχύουν για οποιαδήποτε μέρα, ελεύθερες από κάθε επιβάρυνση. Θα ήταν άδικο να πληρώσης το θέατρο του φίλου σου. Χαίρω που ξέμπλεξες με τα συνταξιοδοτικά.

Γιατί να πάνε τόσοι ωραίοι αγώνες, όπως ο δικός σου και των άλλων παληκαριών, χαμένα; Ακόμα κι ο δικός μου απειροελάχιστος και μηδαμινός σαν Γραμματέα ΕΑΜ θεάτρου; Τι έφταιξε και βρισκόμαστε πάλι στην ίδια κοινωνική κατάσταση της προμεταξικής περιόδου; Κρίμα!
Με φιλία κι εκτίμηση

Δ. Μυράτ


Εδώ με πόνο καρδιάς θέλω να σημειώσω ότι τα περισσότερα στελέχη της Πολιτοφυλακής Πατησίων και Παγκρατίου, ακόμη και ο προσωπικός εκτελεστής της Παπαδάκη, Βλ. Μ., είχαν γεννηθεί στη Σμύρνη ή στα προάστιά της! Πώς η «Καλλίστη πασών», αγαπητέ μου κύριε Κωνσταντίνε Δεσποτόπουλε, έβγαλε τέτοια τέκνα;

Τελειώνοντας καταγράφω ορισμένα χρήσιμα στοιχεία για την προϊστορία αυτού του δράματος. Στις 20 Οκτωβρίου 1944, λίγες μέρες δηλαδή μετά την Απελευθέρωση, στη συνεδρίαση του Σωματείου Ελλήνων (αυτό προπάντων) Ηθοποιών (κι αυτό προπάντων) ο αριστερός ηθοποιός του μουσικού θεάτρου Σπύρος Πατρίκιος κατόπιν πιέσεως και διαταγής, όπως λέγεται, του Κόμματος, αναγκάστηκε και μίλησε στους ηθοποιούς που μαζεύτηκαν στα γραφεία του Σωματείου τους, Σατωβριάνδου 52α, ως εξής:

«Θλιβερό καθήκον μας αναγκάζει να μιλήσουμε για τη στάση ωρισμένων, ευτυχώς ελαχίστων, ηθοποιών που πολλοί απ’ αυτούς δεν είναι ευτυχώς Έλληνες, που πρόδωσαν τον τίμιον αγώνα με πράξεις κακές και που το παράδειγμά τους θα ’χε ανυπολόγιστες συνέπειες και συμφορές αν δεν ήσαν ευτυχώς τόσο λίγοι. Προτείνω να διαγραφούν από το Σωματείο και να στερηθούν κάθε δικαιώματος να εργάζονται στο ελληνικό θέατρο και να γίνη για κάθε προτεινόμενο αμέσως συζήτησις και να παρθή απόφασις».


*********************************************************
ΟΙ ΠΡΟΔΟΤΑΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ
[Ο τίτλος και τα ονόματα, χωρίς κανένα σχόλιο, όπως δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Απελευθερωτής», 25 Οκτωβρίου 1945]

1) Βεργή Έλσα 2) Δαδοκαρίδου Έλλη 3) Ζαμάνου Χαρ. 4) Θάνος Διονύσιος 5) Ιακωβίδης Μιχάλης 6) Πόπολα Αγγέλα 7) Κόππολα Αλφρέδος 8) Μοσχούτης Δ. 9) Μπέλλα Σμάρω 10) Παπαδάκη Ελένη 11) Παυλόφσκαγια Νίνα 12) Ραμασόφ Ροβέρτος 13) Φελίτσης Δημήτριος και 14) Αγγελική Κοτσάλη.

Η επικύρωση των ονομάτων έγινε δύο μέρες πριν, στο θέατρο «Διονύσια» της Πλατείας Συντάγματος.
Το προεδρείο: Αιμίλιος Βεάκης, Θεόδωρος Μορίδης, Σπύρος Πατρίκιος, Χρήστος Τσαγανέας, Πάνος Καραβουσάνος.

Προσωρινός επίλογος
Στην εξεταστική επιτροπή, πίσω από το θλιβερό τραπεζάκι στη μέση της σκηνής των θεάτρων (ασφαλώς το πιο άθλιο σκηνικό που εμφανίστηκε στο ελληνικό θέατρο) τον κεντρικό ρόλο του μεγάλου ιεροεξεταστή Τορκουεμάδα τον έπαιζε ο μεγαλύτερος Έλληνας ηθοποιός του 20ού αιώνα, και γιατί όχι και του 21ου, ο Αιμίλιος Βεάκης. Επέζησε ως το 1951.Με τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο στην αρχή, άγριος Βενιζελικός μετά και υμνητής του Εθνάρχη, στη συνέχεια φανατικός οπαδός κάθε δικτάτορα και της βασιλείας και υμνητής του βασιλιά Κωνσταντίνου, στη συνέχεια υμνητής του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, ώσπου ετελεύτησε το βίο του ως φανατικός αριστερός.

Αιμίλιος Βεάκης

Μια μικρή παρένθεση. Ανάμεσα στους εχθρούς της ΟΠΛΑ, τους οποίους εκτελούσε συνεχώς κατά τη διάρκεια της Κατοχής (και τους χρεώνονταν οι Ούννοι) και ιδιαίτερα τον άγριο Δεκέμβρη 1944, ανάμεσα λοιπόν στους στρατιωτικούς, τους αστυνομικούς –κυρίως χωροφυλάκια του γάλακτος– τους κραγμένους μαυραγορίτες, τους γνωστούς συνεργάτες των Γερμανών, ήταν και οι «περίφημοι» Τροτσκιστές, οπαδοί του δολοφονημένου, από άνθρωπο του Στάλιν, Λέον Τρότσκι. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν το κόκκινο πανί όχι μόνο του δικού μας ΚΚΕ αλλά όλων των ΚΚ και οπαδών απανταχού της οικουμένης, ακολουθώντας τυφλά τη «σοβιετική γραμμή» εκείνων των χρόνων.
Δίπλα, λοιπόν, στον Βεάκη, για να επανέλθω, που καθόταν ως κριτής (στο τέλος έβγαλε έξω την ουρά του και δεν ψήφισε τη διαγραφή κανενός, γιατί θα κατάλαβε το ρεζιλίκι του!) ήταν και ο ηθοποιός Χρήστος Τσαγανέας, ο πολιτικά «θανάσιμος εχθρός όλων»! Αυτόν διάλεξε το Κόμμα, λένε, αφού το Κόμμα, πάλι λένε, οργάνωσε αυτή την τελετή του θανάτου.


Άγνωστο παραμένει με ποιο τρόπο την είχε σκαπουλάρει έως εκείνη τη στιγμή από τα ακονισμένα νύχια των παιδιών (κυριολεκτώ) της οργάνωσης και δεν βρισκόταν το πτώμα του σ’ ένα χαντάκι. Αναρωτιέται κανείς πώς τον άντεχαν οι υπόλοιποι τέσσερις δίπλα τους και οι έξαλλοι αριστεροί ηθοποιοί της πλατείας και των θεωρείων. Ένας τέτοιος τροτσκιστής και με τέτοιο λαιμό έπρεπε να εξαφανιστεί αμέσως. Αλλά δεν… Επέζησε όλων και η γυναίκα του περισσότερο αφού έθαψε όλους και όλες που έπαιξαν μαζί της στο βίο της εκτός από τη Σμάρω Στεφανίδου που τους την έφερε.
Το περίεργο με τον Τσαγανέα είναι ότι ενώ ως νέος ήταν άσχημος και άχαρος όταν γέρασε έγινε συμπαθής με τους αβανταδόρικους ρόλους που έπαιξε στον κινηματογράφο.

Φανατική τροτσκίστρια ήταν και η γυναίκα του, επίσης ηθοποιός, Νίτσα Τσαγανέα, η οποία σε πρώτο γάμο είχε παντρευτεί τον Γιώργο Βιτσώρη (προσωπικος φιλος του Τρότσκυ), αδελφό του ζωγράφου Μίμη Βιτσώρη, και ηθοποιού και ποιητη Τίμου Βιτσώρη, και η οποία είχε παίξει μερικές φορές σε δεύτερους ρόλους, δίπλα στην Ελένη Παπαδάκη.


Πώς κατόρθωσαν όμως (και ποιος άραγε απ’ όλους) να πλησιάσουν και να πείσουν αυτό το βουνό, τον Αιμίλιο Βεάκη, τον οποίο όλοι οι ασήμαντοι θεωρούσαν «συνάδελφό» τους, αν είναι δυνατό, να «ηγηθεί» μιας τέτοιας κατάπτυστης κατάστασης. (Εδώ ο Μυράτ, στο θέμα του «δικαστηρίου» δικαίως εξανίσταται). Τι μπορεί να του έταξαν και πώς τον έφεραν τούμπα; Μήπως του υποσχέθηκαν τιμές και δόξες, που δεν αξιώθηκε κανείς ως τώρα, μήπως του υπενθύμισαν τις μετάνοιες που έκανε σε κάθε κάλπη στρατιωτικό και πρωθυπουργό; Μήπως τον εκβίασαν για κάτι που κανείς ως σήμερα δεν γνωρίζει ή τον απείλησαν στα ίσα ότι αν δεν λάβει μέρος στην «επιτροπή» κινδυνεύει και ο ίδιος και η οικογένειά του; Άγνωστο.
Πρέπει, διάβολε, να κατάλαβε, γιατί ήταν πλέον ηλικιωμένος, ότι όλοι αυτοί οι ασήμαντοι και άσημοι τον ήθελαν ως όνομα, για κράχτη με λίγα λόγια για να δείξουν και να αποδείξουν στο «λαό» ότι εκείνη την κρίσιμη στιγμή το κίνημα ήταν ενωμένο και γερό σαν μια γροθιά.
Μέσα σ’ εκείνη τη φονική σιωπή δυστυχώς δεν ακούστηκαν δύο μεγάλες γυναικείες φωνές, ισάξιες του Βεάκη: της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Σαπφώς Αλκαίου. Ήταν οι τρεις ηθοποιοί μπροστά στους οποίους εκείνες τις φαρμακωμένες ώρες, όλοι και όλες στέκονταν προσοχή θέλοντας μη θέλοντας. Ήταν, όπως και να το κάνουμε, αυτό που συνηθίζεται να λέγεται για τέτοιες προσωπικότητες «ιερά τέρατα». Σαν κι αυτούς δεν ξανάβγαλε το ελληνικό θέατρο. Να σημειώσω ακόμη δύο: τον Ευάγγελο και Γιώργο Μαμία.

Και μερικά ακόμη για τους περίεργους και τους σχολαστικούς. Μετά τη διαγραφή της, έστειλε επιστολή, με ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 1944, στον υπουργό Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, ως αρμόδιο περί τα καλλιτεχνικά. Η κατηγορία ήταν: «Προδοτική στάση την περίοδο της Κατοχής». Χωρίς λεπτομέρειες. Ανάμεσα σε άλλα γράφει στον υπουργό: «Μία απόφασις τοιούτου περιεχομένου μη κοινοποιηθείσα δε εις τους ενδιαφερομένους και ήτις απόφασις θα έδει να ληφθή μόνον κατόπιν τηρήσεως ωρισμένων νομίμων τύπων και γνωστοποιήσεως ημίν… με αναγκάζει να προσφύγω εις Υμάς και να διαμαρτυρηθώ εντονότατα…»

Και προς το Σωματείο: «Δια των εφημερίδων επληροφορήθην ότι διεγράφην από το ημέτερον Σωματείον. Παρακαλώ υμάς όπως εναρεστηθήτε να μου γνωρίσητε εγγράφως επί τη βάσει τίνων στοιχείων, μαρτυριών ή άλλων αποδείξεων ελήφθη η ανωτέρω απόφασις».
Ο υπουργός έστειλε αμέσως επιστολή στο Σωματείο και ζητούσε εξηγήσεις. Ούτε στον ένα ούτε στον άλλο απάντησε το Σωματείο. Στις 24 Νοεμβρίου η Παπαδάκη στέλνει δεύτερη επιστολή. Ανάμεσα σε άλλα γράφει:

«…Νομίζω ότι πάσα άμυνα επί τόσον αναρμόστως συντεταγμένου εγγράφου, πλήρους αορίστων και αβασίμων εναντίον μου στοιχείων και συκοφαντικών δυσφημίσεων, οικοδομήματος ασυστόλων κατηγοριών βασιζομένων μόνον επί «εντυπώσεων», ως ρητώς αναφέρει το απόσπασμα των πρακτικών [άρα υπήρχαν πρακτικά  στο αρχείο της δεν βρέθηκαν ούτε στα γραφεία του ΣΕΗ] μία τοιαύτη άμυνα, θ’ απετέλει ύβριν εναντίον εμού της ιδίας, απρεπούς ήδη δια της αποφάσεως καθυβρισθείσης και δια τρόπου απάδοντος, ως φρονώ εις Σωματείον ευσεβούμενον εαυτό και τας αποφάσεις του.
»Κατά πόσον η όλη στάσις μου κατά το διάστημα της κατοχής υπήρξεν «αντεθνική, αντισυναδελφική, εγωιστική και απρεπής» δύνανται καλλίτερον από εμέ να διαφωτίσουν την Συνέλευσιν πολλοί εκλεκτοί συνάδελφοι».
Και τελειώνει την επιστολή καταθέτοντας τα όπλα εξαντλημένη και κατά κράτος νικημένη: «Οπωσδήποτε η Συνέλευσις υμών ας αποφασίση ό,τι νομίζει». Και υπογράφει: «Μετά πάσης τιμής». Σε ποιον και σε ποιους;


Είναι αλήθεια ότι ο αριθμός των θυμάτων της ανθρωποθυσίας στην Ελλάδα είναι ασήμαντος μπροστά στους ανατριχιαστικούς αριθμούς που μας παραδόθηκαν, μετά τον πόλεμο, από την Ιταλία και τη Γαλλία. Ίσως, λένε ορισμένοι, ως ποσοστά εν σχέσει με τον πληθυσμό κάθε χώρας είναι μάλλον ο ίδιος.
Αν εξαιρέσουμε τους μαυραγορίτες όλα τα άλλα θύματα ήταν της πείνας. Της πείνας ήταν και οι δολοφόνοι. Πρέπει όμως κάπως να κλείσουμε τούτο το παράπονο με τη δραματική διαπίστωση του Δ. Μυράτ
«Όπως το αίμα του [Ίωνος] Δραγούμη κατέστρεψε τον [Ελευθέριο] Βενιζέλο, έτσι πιστεύω πως το αίμα της Παπαδάκη κατέστρεψε το ΕΑΜ». Όχι όμως μόνο της Παπαδάκη.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Θα ήταν άδικο να κλείσω τούτο το μνημόσυνο χωρίς μερικά ακόμη λόγια. Μόλις ησύχασαν, λοιπόν, κάπως τα πράγματα, μετά τον Φεβρουάριο 1945, ο Μυράτ αναγκάστηκε να εργαστεί ξανά για τον επιούσιο. Επειδή φοβήθηκε όμως ότι μπορούσε να βρεθούν μερικοί φανατισμένοι που είχαν μνήμη ανάμεσα στους θεατές και να τον ρωτήσουν δυνατά από την πλατεία, την ώρα της παράστασης, για την «περίπτωση», απευθύνθηκε σε φίλους του να πηγαίνουν στις παραστάσεις του για να επιβάλλουν σιωπή. Αψευδής μάρτυρας ο φίλος του φαρμακοποιός Σπύρος Λεκατσάς, οδός Πατησίων 336. Για να ’χει όμως το κεφάλι του ήσυχο και να καλοπιάσει λίγο αργότερα τους «απέναντι» έγραψε ότι «ο Δεκέμβρης μύριζε ξένη προβοκάτσια»!
Ακόμη κάτι απαραίτητο. Αντιγράφω από το αρχείο μου δύο παραγράφους από το αυθεντικό χειρόγραφο άλμπουμ που έφτιαξε ο ίδιος ο Αιμίλιος Βεάκης, όταν τέλειωσαν οι παραστάσεις του έργου «Ταπεινοί και καταφρονεμένοι», που παίχτηκε σε δική του διασκευή στο Εθνικό Θέατρο.
Έχει ημερομηνία 20 Μαΐου 1934 (δέκα χρόνια πριν από το «συμβάν») και αφιερώνεται στην Ελένη Παπαδάκη:
«Στη μεγάλη μου συνάδελφο κι ευγενική φίλη Ελένη Παπαδάκη με την ευγνωμοσύνη μου για την αριστοτεχνική ενσάρκωση του ρόλου της Νατάσας».
Και απόσπασμα από την εισαγωγή του, πάλι χειρόγραφο: «Μην ξεχάσεις» της λέει «ποτέ σου αυτό το θρίαμβο, γιατί η θύμησή του θα σου φέρνει στο νου, για αιώνιο μάθημα, πως εκείνο που αξίζει θριαμβεύει πάντα στο πείσμα των ανάξιων και των μοχθηρών».
Μάνος Ελευθερίου

Υ.Γ. 2 Και όλα αυτά, όλα, «εξαιτίας κάποιας φημολογούμενης σχέσης με τους γερμανούς ορισμένων από εκείνους που μετείχαν στην παράσταση» της Εκάβης. Έτσι γράφει η τραγωδός Ασπασία Παπαθανασίου.



Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

«Ταξικά πρόστιμα» ή η πάλη των τάξεων αλά ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ


«Ταξικά πρόστιμα» ή 
η πάλη των τάξεων 
αλά ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ

Το εφεύρημα του υφυπουργού Μαυραγάνη, προερχόμενου από τους ΑΝΕΛ, για την πληρωμή των προστίμων της τροχαίας με ποσά που θα παραλλάσσουν ανάλογα με την εισοδηματική δυνατότητα του παραβάτη (!), φάνηκε σε πολλούς σαν μια ακόμα από τις γνωστές μπαρούφες των κυβερνητικών αξιωματούχων. Στην πραγματικότητα, όμως, εκφράζει μια βαθύτερη λογική της πολιτικής της κυβέρνησης.

Αν μελετήσει κανείς την περίοδο των εμφυλίων πολέμων στην αρχαία Ρώμη, θα διαπιστώσει πως το «δημοκρατικό κόμμα», στο οποίο ανήκε ο Ιούλιος Καίσαρ, συγκέντρωνε κατά προτεραιότητα δύο κοινωνικές κατηγορίες: την πλουτοκρατία της Ρώμης, στην οποία ανήκε και ο Καίσαρας, και την πλέμπα των προλεταρίων, οι οποίοι ζούσαν από το δημόσιο ταμείο. Έτσι, οι ολιγάρχες του δημοκρατικού κόμματος εξασφάλιζαν την πλειοψηφία με τη γνωστή συνταγή «Άρτον και Θεάματα». Ανάλογη είναι η πολιτική την οποία εφαρμόζουν έκτοτε όλες οι «φιλολαϊκές» ολιγαρχίες. Χρησιμοποιούν τους φτωχούς για να διαιωνίζουν την κυριαρχία της κάστας τους. Και εάν δεν έχουμε φτωχούς στον απαραίτητο αριθμό, πρέπει να τους εφεύρουμε.

Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, –στην οποία προσχώρησαν, παραδόξως από πρώτη άποψη, αλλά καθόλου τυχαία, και οι ΑΝΕΛ, ως η ορατή όψη της συνεργαζόμενης με τον ΣΥΡΙΖΑ κεντροδεξιάς–, συνίσταται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική: Να δημιουργήσουμε ακόμα περισσότερους φτωχούς –γενικότερα εξαρτημένους από τον δημόσιο κορβανά– τους οποίους θα συντηρούμε μέσα από κοινωνικά επιδόματα και «προνομιακή» μεταχείριση έναντι των «πλουσίων». Και «πλούσιοι» νοούνται όσοι διατηρούν ακόμα μια αμειβόμενη απασχόληση εκτός δημοσίου, ή μια μικρή ή μεσαία επιχειρηματική δραστηριότητα
Αυτή είναι η κυρίαρχη στρατηγική των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για να διατηρηθούν στην εξουσία. Από τη μία πλευρά, την πλευρά των «πατρικίων», η διαμόρφωση μιας κάστας κρατικοδίαιτων συμβούλων, τρωκτικών των ΜΜΕ και επιχειρηματιών τύπου Καλογρίτσα, που αποτελεί συνολικά το «καθεστώς». Εδώ, δεν ενοχλεί καθόλου η στήριξη του Βαρδινογιάννη, της Αγγελοπούλου, κ.ά. εκπροσώπων της «Λούμπεν Μεγαλοαστικής Τάξης», ή των ξένων δανειστών, ούτε το γεγονός ότι ο Σταθάκης, ο Τσακαλώτος ή η Φωτίου έχουν εκατομμύρια σε καταθέσεις και ιδιοκτησίες στο εξωτερικό, διότι η ηγεσία πρέπει να αμείβεται! Εξάλλου, διαθέτει και τα κρατικά αεροπλάνα για τα ταξιδάκια της.
Όμως, μερικές δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, έστω και τοποθετημένοι σε νευραλγικά σημεία, δεν θα αρκούσαν για να τους διατηρήσουν στην εξουσία. Χρειάζονται και το «πόπολο». Θα πρέπει επομένως να μεταβάλουν ένα σημαντικό τμήμα του λαού σε ανθρώπους που απλώς επιβιώνουν μέσα από τη στήριξη του κράτους, της Εκκλησίας και οργανισμών αλληλεγγύης, καθηλώνοντάς τους σε ένα καθεστώς αιώνια επιδοτούμενων και όχι ωθώντας προς μία κατεύθυνση παραγωγικής ανασυγκρότησής τους, ατομικά και συλλογικά.

Έτσι, δεν προτάσσουν την ενίσχυση της δημιουργίας νέων απασχολήσεων και νέων επιχειρήσεων, αλλά την επιβίωση στα όρια της εξαθλίωσης, ούτως ώστε να παραμένουν εξαρτημένοι από το κράτος και τις πολιτικές του. Επειδή, όμως, για να γίνει κάτι τέτοιο, και μάλιστα μέσα στα πλαίσια του στραγγαλισμού που επιβάλλουν οι δανειστές, θα πρέπει να αφαιρέσουν πόρους από κάποιους άλλους, αυτό το κάνουν φορολογώντας, σε βαθμό εξόντωσης, όσους παράγουν. 

Δημιουργούν μάλιστα μια ιδιότυπη «ταξική σύγκρουση», όπου το ζητούμενο για τους πιο φτωχούς δεν θα είναι πλέον η έξοδος από την εκπτώχευση, μέσω της παραγωγικής αναβάθμισης της χώρας, αλλά η «εκδίκηση» απέναντι στους υπολοίπους. Γι’ αυτό, επί παραδείγματι, το πλεόνασμα, το δημιουργημένο από την υπερφορολόγηση και τη μη καταβολή των χρεών του κράτους προς τους πολίτες, το 2016, δεν θα κατευθυνθεί προνομιακά σε νέους, προκειμένου να αρχίσουν κάποια δραστηριότητα, ή σε νεαρά ζευγάρια για την ενίσχυση των γεννήσεων, αλλά αποκλειστικά στους συνταξιούχους, ώστε απλώς να συντηρηθεί μια κάποια ζήτηση και ένα εισόδημα.

Έτσι, για να διαιρέσουν το λαϊκό σώμα, εφαρμόζουν μία πολιτική που στρέφει τους μεν εναντίον των άλλων. Χαρακτηριστική είναι η στρατηγική που ακολουθείται ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές. Κατασκευάστηκε ένα τερατώδες σύστημα, όπου όσοι μικρομεσαίοι έχουν ήδη καταστραφεί, να καταβάλλουν όντως λιγότερες εισφορές από ό,τι στο παρελθόν, ενώ, αντίστροφα, όσοι κατορθώνουν να διατηρούν ακόμα μια κάποια επιχειρηματική δραστηριότητα και ένα εισόδημα, τσεκουρώνονται στο δεκαπλάσιο ή το εικοσαπλάσιο, σε βαθμό κακουργήματος. Και προφανώς δεν πρόκειται να εισπράξουν δεκαπλάσια σύνταξη, ούτε θα έχουν δεκαπλάσιες απολαβές ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Αυτό αποκαλείται «εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος». Και είναι προφανές τι πρόκειται να συμβεί στο τέλος. Η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας όσων εξακολουθούν να την ασκούν θα συμπαρασύρει αναπόφευκτα και τους υπόλοιπους, το νέο ασφαλιστικό σύστημα θα φαλιρίσει και η χώρα θα βουλιάξει αύτανδρη, για να παραδοθεί στα χέρια της Lidl και της Deutsche Bank. Αλλά, μέχρι τότε, όπως λέει και ο Ζουράρις, δηλαδή σε ένα δύο χρόνια, «ποιος ζει και ποιος πεθαίνει». Ο Τσίπρας και η παρέα του, τα τρωκτικά του κράτους και των ΜΜΕ, θα έχουν διατηρήσει την εξουσία για λίγο ακόμα καιρό, εφαρμόζοντας αυτή την ιδιότυπη «ταξική» πολιτική.

Η ίδια η ψευδοκεϋνσιανή αντίληψη, στην οποία αναφέρονται διαρκώς, αποτελεί έκφανση της ίδιας πολιτικής. Λένε, επί παραδείγματι: «Η οικονομία θα ανακάμψει μόνο αν ενισχύσουμε τη ζήτηση». Επειδή όμως οι ίδιοι μάς έχουν οδηγήσει στο χειρότερο μνημόνιο και σε μια ακραία λιτότητα, θα πρέπει αναπόφευκτα να αφαιρέσουν πόρους από την οικονομία για να τους διοχετεύσουν στη δημοσιονομική προσαρμογή και την αποπληρωμή των δανείων. Έτσι όμως πλήττουν κατεξοχήν την προσφορά προϊόντων, δηλαδή την ελληνική παραγωγή, και η όποια ζήτηση κατευθύνεται περισσότερο στις εισαγωγές παρά στην αύξηση της εγχώριας παραγωγής. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, πρόκειται για την ίδια παρασιτική λογική που, με δήθεν φιλολαϊκά επιχειρήματα, οδήγησε στο παρελθόν στη διόγκωση των ελλειμμάτων και σήμερα οδηγεί στην καταστροφή όσων παραγωγικών δραστηριοτήτων εξακολουθούν να επιβιώνουν.

Αυτή η ψευδοταξική πολιτική, που χρειάζεται εξαθλιωμένους πολίτες για να συντηρεί την εξουσία μιας κάστας, καθόλου τυχαία, γίνεται αποδεκτή χωρίς καμία αμφισβήτηση, από την τρόικα, τον κ. Σόιμπλε αλλά και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Και όμως, αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι ανάλογη φορολογική πολιτική εξοντώνει τα παραγωγικά στρώματα της χώρας. Και ενώ ο κ. Σόιμπλε παραμένει κατεξοχήν οπαδός της πολιτικής της «προσφοράς», σε βαθμό κακουργηματικής λιτότητας, σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, και ενώ ελέγχουν ασφυκτικά οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης, αφήνουν ανενόχλητους τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να εξοντώνουν τα παραγωγικά μικρομεσαία στρώματα. 

Και είναι προφανές το γιατί: Διότι οι «θεσμοί» δεν ενδιαφέρονται για αυθεντική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, αλλά επιθυμούν απλώς και μόνον να τη μεταβάλουν σε μια οικονομική αποικία τους, όπου οι δικές τους τράπεζες, επιχειρήσεις και εμπορικές αλυσίδες, θα έχουν κυριαρχήσει στην ελληνική οικονομία, θα έχουν αγοράσει τη ΔΕΗ, όπως έκαναν με τα αεροδρόμια, και θα έχουν εξοντώσει τον «αθέμιτο» ανταγωνισμό των μικρομεσαίων Ελλήνων. 

Έτσι λοιπόν, ολοκληρώνεται η «ταξική πολιτική» των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ: Συµµαχία με τους ξένους, όπως το έκαναν ήδη για να ανέβουν και να διατηρηθούν στην εξουσία: Παραχωρώντας τους, με το αζημίωτο, το σύνολο της δημόσιας περιουσίας και προωθώντας την από κοινού εξόντωση της παραγωγικής Ελλάδας, μεταβάλλοντας ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού σε μόνιμους επιδοτούμενους. 

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνον ότι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ξαναβύθισαν την Ελλάδα στα μνημόνια, κατέστρεψαν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και το… αγωνιστικό ήθος των Ελλήνων, αλλά και το ότι, για να διατηρηθούν στην εξουσία, είναι διατεθειμένοι να καταστρέψουν ό,τι είχε απομείνει από τη δημιουργικότητά μας: Διώχνουν έξω από τη χώρα το ζωντανότερο κομμάτι της, μετατρέπουν την ελληνική κοινωνία σε μια κοινωνία ολιγαρχών, αυξημένης εγκληματικότητας, πολιτιστικής παρακμής και μειωμένων προσδοκιών.

Γι’ αυτό, και όσο ταχύτερα ξεκουμπιστούν, τόσο καλύτερα: «Ceterum censeo», ΣΥΡΙΖΑ «delenda est».