Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνομηδενισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνομηδενισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Η Σία του εθνομηδενισμού επιστρέφει δριμύτερη στο ΥΠΕΞ


Νεφέλη Λυγερού
Να λοιπόν που κανένα όνειρο δεν είναι άπιαστο! Η Σία Αναγνωστοπούλου επανέρχεται στο υπουργείο Εξωτερικών ως αναπληρώτρια υπουργός, αρμόδια για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις. Η θεωρούμενη ιέρεια του εθνομηδενισμού έχει γράψει τη δική της ιστορία. Το καλοκαίρι του 2015, μέσα από την προσωπική της σελίδα στο Facebook είχε δηλώσει σε υψηλούς τόνους: «Δεν θέλω πια αυτή την Ευρώπη! Δεν θέλω αυτή την Ευρώπη που θεωρεί ότι όποιος δεν συμφωνεί με τις ‘Μεγάλες Δυνάμεις’ πρέπει να ταπεινωθεί. Δεν θέλω πια αυτή την πραξικοπηματική Ευρώπη».
Μερικές ημέρες μετά, η βουλευτής Αχαΐας είχε ορκιστεί αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών για ευρωπαϊκές υποθέσεις. Σ’ αυτή τη θέση που επανήλθε τώρα, είχε καθίσει πολύ λίγο. Μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 είχε μετακινηθεί ως αναπληρώτρια υπουργός στο Παιδείας. Από εκεί είχε απομακρυνθεί το Νοέμβριο του 2016, αλλά, όπως αποδείχθηκε, το υπουργιλίκι δεν είχε τελειώσει για τη Σία.
Τα τότε οργισμένα λόγια της Αναγνωστοπούλου αντανακλούσαν τον τρόπο που κατά κανόνα σκέφτονταν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Ο αφελής ευρωπαϊσμός και οι αρχικές ψευδαισθήσεις για τον τρόπο που το ευρωπαϊκό διευθυντήριο θα αντιμετώπιζε την κυβέρνηση Τσίπρα, όπως είναι γνωστό, συνετρίβησαν από την πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα ήταν στην Κουμουνδούρου να παλινδρομούν από την «αγάπη» στο «μίσος».

Στη Βουλή λόγω της εκλογικής πλημμυρίδας

Ούτε οι εθνομηδενιστικές αντιλήψεις της Σίας ήταν εξαίρεση στην Κουμουνδούρου, παρότι τις συμμερίζεται ένα μικρό μόνο κλάσμα ακόμα και από τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, από το 4,5%. Όταν είχε για πρώτη φορά πάει στο υπουργείο Εξωτερικών είχε επιχειρήσει με το καλημέρα να αλλάξει την πολιτική για τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη. Μειονότητα, την οποία η ίδια δεν δίσταζε να αποκαλεί τουρκική. Δεν ήταν, άλλωστε, η πρώτη φορά που ασχολείτο με το ευαίσθητο αυτό ζήτημα και πάντα για να καταγγείλει την καταπίεση που ασκεί η ελληνική Πολιτεία!
Η πολιτική άνοδος της Σίας δεν οφείλεται στην προσωπική πολιτική ακτινοβολία της. Υποστηρίχθηκε με φανατισμό από την εσωκομματική «ομάδα των 53», στην οποία ανήκει. Είχαν υποστηρίξει όσο μπορούσαν την υποψηφιότητά της για το Ευρωκοινοβούλιο το 2014. Και όταν προκηρύχθηκαν οι εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 είχαν κινητοποιήσει τον κομματικό μηχανισμό στην Αχαΐα για να την εκλέξουν βουλευτή, παρότι η ίδια ήταν σχεδόν άγνωστη στην τοπική κοινωνία. Η εκλογική πλημμυρίδα του ΣΥΡΙΖΑ, όμως, έστειλε κι αυτήν στη Βουλή.
Σε μια από τις πρώτες μετεκλογικές δηλώσεις της, η Αναγνωστοπούλου είχε ερμηνεύσει λίγο διαφορετικά την εκλογή της: «ο λαός της Αχαΐας δεν με γνώριζε καλά και γι’ αυτό βασίστηκε στο βιογραφικό μου»! Η αλήθεια είναι πως μέσα σε 15 ημέρες προεκλογικής εκστρατείας είχε καταφέρει να συγκεντρώσει περισσότερους από 17.500 σταυρούς. Μπορεί το γεγονός πως είναι καθηγήτρια στο Πάντειο να έπαιξε τον ρόλο του, όταν οι ψηφοφόροι κατά κανόνα αγνοούσαν τους περισσότερους υποψήφιους του ΣΥΡΙΖΑ.

Μουσική για τα τουρκικά αυτιά

Η ίδια, μάλιστα, έχει επικαλεστεί τους φοιτητές της ως το βασικό κίνητρο ανάμιξής της με τα κοινά. «Όταν μπήκαμε στην κρίση και είδα τη σταδιακή κατάρρευση των πανεπιστημίων και την απόγνωση των φοιτητών μου, είπα να μην επιλέξω την ασφάλεια του αμφιθεάτρου, αλλά να προσπαθήσω να εφαρμόσω στην πράξη όσα ήξερα θεωρητικά».
Ομότεχνοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, από τους οποίους ζητήσαμε να εκφράσουν άποψη για την ακαδημαϊκή επάρκεια της Αναγνωστοπούλου, την χαρακτηρίζουν από ανεπαρκή έως ανύπαρκτη. Υποστηρίζουν πως δεν έχει άξιο λόγου επιστημονικό έργο. Το μάθημα της στο Πάντειο δεν είχε καμία ιδιαίτερη απήχηση στους φοιτητές. Η ίδια, όμως, ήταν χωρίς αμφιβολία μία από τις πιο καλοχρηματοδοτούμενες. Στις πολλές επισκέψεις της στην Τουρκία έβρισκε πάντα ανοιχτές αγκάλες. Γιατί όχι; Οι απόψεις της ήταν μουσική για τα τουρκικά αυτιά.
Συνάδελφοί της στο πανεπιστήμιο τονίζουν ότι η Αναγνωστοπούλου πάντα είχε την τάση να ακονίζει τις πολιτικές της απόψεις στα αμφιθέατρα, εκφράζοντας την απέχθειά της σε οτιδήποτε πατριωτικό. Ο εθνομηδενισμός και η αποδόμηση της εθνικής συνείδησης, της εθνικής ταυτότητας και της ιστορίας ήταν το όχημα που της εξασφάλισε την εύκολη ακαδημαϊκή άνοδο σ’ ένα περιβάλλον που αποθεώνει αυτές τις απόψεις.
Φοιτητές της θυμούνται τη Σία να καταφέρεται με μένος εναντίον οποιουδήποτε παρέπεμπε σε πατρίδα και πατριωτισμό. «Είχε κηρύξει πόλεμο στον Αρχιεπίσκοπο της Κύπρου Μακάριο. Τον απεχθανόταν ως εθνικιστή. Από την άλλη υπερασπιζόταν σθεναρά τους Τουρκοκυπρίους, με το επιχείρημα ότι ήταν θύματα του εθνικισμού των Ελληνοκυπρίων. Προσπαθούσε να μας πείσει να μην τυφλωνόμαστε από το συναίσθημα και να βλέπουμε πάντα την πλευρά των άλλων. Το έβρισκα λογικό, αλλά αναρωτιόμουν πώς γίνεται να έχουμε πάντα εμείς άδικο και πάντα οι άλλοι δίκιο! Μήπως αυτό είναι εθνικισμός από την ανάποδη;», μας είπε ένας πρώην φοιτητής της.

Στις επάλξεις υπέρ του σχεδίου Ανάν

Μπορεί τότε, η Αναγνωστοπούλου να μην ήταν γνωστή στο ευρύ κοινό, αλλά η δράση της ήταν γνωστή σε συγκεκριμένους κύκλους. Η “χρυσή” σελίδα της καριέρας της ήταν η ένθερμη και όχι ανιδιοτελής υποστήριξη του σχεδίου Ανάν για την Κύπρο το 2004. «Είναι γνωστό ότι η Σία αποτέλεσε μέλος της επιτροπής προπαγάνδας του ΝΑΙ», μας λέει Κύπριος διπλωμάτης. «Λοιδορούσε, τότε, ασταμάτητα τους απορριπτικούς σε Ελλάδα και Κύπρο που αμφισβητούσαν το σχέδιο Ανάν και έφτασε να κατακεραυνώνει με περισσή ειρωνεία το 76% των Ελληνοκυπρίων όταν το καταψήφισε. Ήταν, μάλιστα, από αυτούς που υπερθεμάτιζε, ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία των Ελληνοκυπρίων από τη διεθνή κοινότητα».
Σύμφωνα με το βιογραφικό της υπήρξε «υπεύθυνη της ερευνητικής ομάδας του Υπουργείου Εξωτερικών της Κύπρου για θέματα που αφορούσαν την Τουρκία και την Τουρκοκυπριακή κοινότητα» κατά την τελευταία τριετία της διακυβέρνησης Κληρίδη, όταν προετοιμαζόταν το σχέδιο Ανάν. Την ίδια περίοδο εισέπραττε και δύο μισθούς: έναν από τη θέση στο Πάντειο και έναν δεύτερο από το πανεπιστήμιο Κύπρου.
Η αρθρογραφία της στην «Αυγή» και σε άλλα έντυπα εκείνη την εποχή ήταν μία παθιασμένη πολεμική εναντίον του “απόλυτου κακού”, εναντίον του επικίνδυνου εθνικιστή Τάσσου Παπαδόπουλου! «Είναι αξιοσημείωτο ότι η ορολογία της θυμίζει την ορολογία του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών. Ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα απορρίπτει από το 1950 και μετά κάθε πρόταση των Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό. Αυτό το λέει μόνο η Τουρκία, εν μέρει η Βρετανία και η σημερινή αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας», μας είπε σαρκαστικά διπλωμάτης.
Πριν την εκλογή της τον Ιανουάριο του 2015, είχε την ιδιότητα του μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ. Τότε, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν, προσπάθησε με άλλα στελέχη να πείσει τον Αλέξη Τσίπρα να στηρίξει μία νέα πρωτοβουλία του διεθνούς παράγοντα για την ολική επαναφορά μίας παραλλαγής του σχεδίου Ανάν, παρακάμπτοντας για μία ακόμα φορά την εκπεφρασμένη βούληση των Ελληνοκυπρίων.
Η επιχειρηματολογία της δεν έχει αλλάξει στο παραμικρό. «Ένα παρόμοιο σχέδιο Ανάν αποτελεί την ύστατη ευκαιρία για την Αριστερά στο νησί», όπως η ίδια αρέσκεται να υποστηρίζει. Μόλις τον Μάιο του 2015 έλεγε σε συνέντευξή της: «Μία αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα δεν μπορεί να επέμβει και να καθοδηγήσει την Κύπρο. Δεν είναι αυτός ο ρόλος της. Είναι όμως σημαντικό μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα να δείξει εμπράκτως τι σημαίνει μια μη εθνικιστική προσέγγιση στη λύση του Κυπριακού. Το 2004 μπήκε μπροστά μια απολύτως εθνικιστική ανάγνωση του παρελθόντος»!

Ειδήμων για τα ελληνοτουρκικά!

Τη στράτευσή της υπέρ του σχεδίου Ανάν ακολούθησαν δημόσιες παρεμβάσεις της με στόχο να υπερασπιστεί την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, την οποία έβλεπε σαν όχημα για τον εκδημοκρατισμό της γειτονικής χώρας. Στο πλαίσιο αυτό για χρόνια σχεδόν αποθέωνε τον Ταγίπ Ερντογάν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το βιβλίο που ετοίμαζε το 2013 και το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Τουρκία και στον ηγέτη της Ερντογάν!
Τον θαύμαζε τόσο πολύ που τον συνέκρινε με τους Αμερικανούς εθνοπατέρες. Αν και ήταν έτοιμο για το τυπογραφείο, οι εξελίξεις την πρόλαβαν, προστατεύοντάς την τελικά από ένα επιστημονικό φιάσκο. Οι μαζικές διαδηλώσεις και τα αιματηρά επεισόδια στην Πόλη την άνοιξη του 2013 κατέδειξαν τον πραγματικό χαρακτήρα του καθεστώτος που είχαν επιβάλει οι ισλαμιστές του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.
Η επιχειρηματολογία της διαψευδόταν με τον πιο κραυγαλέο τρόπο. Έτρεξε τότε λοιπόν να μαζέψει πίσω το πόνημά της απ’ όσους συναδέλφους και συντρόφους της το είχε ήδη μοιράσει. Αυτό, βέβαια, δεν την προστάτεψε από τα σαρκαστικά σχόλια για την επιστημοσύνη και για την ευστοχία των προβλέψεών της! «Μόλις τρεις εβδομάδες πριν τα επεισόδια η Σία χαρακτήριζε τον Ερντογάν το νέο Τόμας Τζέφερσον της Ανατολής. Όσοι μπόρεσαν να διαβάσουν το βιβλίο, καθώς ήταν ιδιαίτερα ακατανόητο ακόμα γελάνε…» μας λέει συνάδελφός της καθηγητής στο Πάντειο.
Ούτε αυτό, όμως, έπληξε τις αμετροεπείς φιλοδοξίες της. Είχε, άλλωστε, εξασφαλισμένη την αμέριστη υποστήριξη της εσωκομματικής ομάδας των «53» και ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν ήδη στην αξιωματική αντιπολίτευση και σε τροχιά προς την εξουσία.

Η σχέση με την οργάνωση του Σόρος

«Αν ψάξει κανείς προσεκτικά θα διαπιστώσει τις διασυνδέσεις της Σίας με διάφορα κέντρα και μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως το CDRSEE που χρηματοδοτείται από πολυεθνικές και ισχυρές χώρες» μας λέει ο ίδιος καθηγητής. Τί δουλειά, άραγε, έχει μία τόσο ριζοσπάστης αριστερή με μία ΜΚΟ, στην οποία προεδρεύει ο εφοπλιστής Κώστας Καρράς και η οποία επισήμως χρηματοδοτείται αδρά από τον Σόρος για να ξαναγράψει την ιστορία;
Η Σία είναι επίσης μέλος και του δικτύου Transform που τάχθηκε κατά της απόσυρσης του περιλάλητου βιβλίου της ΣΤ’ Δημοτικού, το οποίο φέρει την υπογραφή της εξίσου περιλάλητης Ρεπούση. Οι δύο τους, άλλωστε, συμμερίζονται τις ίδιες αντιλήψεις. Το γεγονός ότι αρνούνται τη γενοκτονία που διέπραξε ο τουρκικός μιλιταριστικός εθνικισμός κατά των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής, δεν τις εμποδίζει να χρησιμοποιούν με μεγάλη ευκολία τον όρο γενοκτονία σε άλλες περιπτώσεις που ταιριάζουν στις ιδεοληψίες τους.
Σε άρθρο της για τη Μικρασιατική Καταστροφή αναφέρει: «Η Μεγάλη Ιδέα μεταλλάχθηκε όμως σε ένα βαθύ, ιδεολογικό υπόστρωμα, το οποίο διεκδίκησε υπερταξικότητα: ο Ελληνισμός συρρικνώνεται ή καταστρέφεται, όχι εξαιτίας της ιδεολογίας και της πολιτικής της ηγεσίας του, αλλά εξαιτίας των εχθρών του. Οι εχθροί αλλάζουν ανάλογα με την εποχή: οι Τούρκοι για όλες τις εποχές, οι κομμουνιστές κάποτε (και τώρα;), οι μετανάστες σήμερα. Ο ακραίος και ρατσιστικός εθνικισμός, η Μεγάλη Ιδέα, η παλιά και νέα εθνικοφροσύνη, ήταν και παραμένουν ο μεγαλύτερος εχθρός του έθνους».

Το πέρασμα και η επιστροφή στο υπουργείο Εξωτερικών

Παρόλα αυτά, πριν κλείσει εξάμηνο στη Βουλή, στην Αναγνωστοπούλου δόθηκε, έστω και για λίγες εβδομάδες τότε, το ευαίσθητο χαρτοφυλάκιο των ευρωπαϊκών υποθέσεων στο υπουργείο Εξωτερικών. Πώς είχε γίνει αυτό; Γιατί ο πρωθυπουργός είχε επιλέξει αυτή και όχι κάποιο άλλο στέλεχος; Η απάντηση είναι ότι την είχε επιλέξει με κριτήριο τις εσωκομματικές σκοπιμότητες. Η Σία ανήκει στην “ομάδα των 53”, η οποία διαθέτει ισχυρά ερείσματα στον κομματικό μηχανισμό.
Το γεγονός ότι το 2015 στελέχη της «ομάδας των 53» είχαν δείξει κάποιες δειλές τάσεις διαφοροποίησης στην κρίσιμη πρώτη ψηφοφορία για τα προαπαιτούμενα εν όψει του 3ου μνημονίου (σε κάποια από αυτά είχε ψηφίσει παρών) είχε υποχρεώσει τον Αλέξη Τσίπρα να προσφέρει ανταλλάγματα για να κατευνάσει τις αντιδράσεις. Έτσι η Σία βρέθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών.
Τότε, η Αναγνωστοπούλου δεν είχε επιβιώσει εκεί. Σύντροφοί της λένε γι’ αυτήν πως δεν χαρακτηρίζεται από εγκράτεια. Το 2015 είχε επιτεθεί εναντίον και του Μανώλη Γλέζου. Είχε πει στον Ant1 Πάτρας: «Ηρωισμοί και προσωπική πολιτική δεν χωρούν αυτές τις κρίσιμες στιγμές… Εάν διαφωνείς φεύγεις. Θα περίμενα πιο συνετή στάση από τον Μανώλη Γλέζο. Διαφωνώ κάθετα με τις θέσεις του. Με βρίσκει κάθετα αντίθετη η προσωπική προβολή που επιδιώκει ο Μανώλης Γλέζος».
Πρέπει να της αναγνωριστεί ότι η Σία δεν μασάει τα λόγια της. Και γιατί να τα μασήσει, άλλωστε; Τρισήμισυ χρόνια από τότε ξαναπαίρνει το ίδιο χαρτοφυλάκιο, έχοντας αυτή τη φορά υπουργό όχι το Νίκο Κοτζιά, που ασκούσε ασφυκτικό έλεγχο, αλλά τον Γιώργο Κατρούγκαλο. Ίσως είναι η ανταμοιβή της για το γεγονός ότι στην ομιλία της στη Βουλή για τη Συμφωνία των Πρεσπών κατάφερε το μοναδικό: να ισχυριστεί πως η υπογραφή της ήταν αντιιμπεριαλιστική πράξη! Μετά από αυτό μέχρι και ο Νίκος Κοτζιάς θα την συμπαθούσε…
Πηγή: 

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Έσχατο καταφύγιο...


Έσχατο καταφύγιο
Του Γιώργου Καραμπελιά


Ο ελληνισμός βρίσκεται σε ένα ιστορικό ναδίρ. Πλέον δεν διαθέτει την οικονομική ηγεμονία στην περιοχή, μια ηγεμονία την οποία διατηρούσε μέχρι το 1922, δεν έχει κανέναν πληθυσμιακό δυναμισμό –ο ελληνικός πληθυσμός μειώνεται και το πληθυσμιακό ισοζύγιο, με τον διαχρονικό κακό μας δαίμονα, την Τουρκία, έχει ανατραπεί ριζικά–, δεν διαθέτει προφανώς και την απαραίτητη αμυντική δυνατότητα. Και πριν από όλα, δεν διαθέτει πλέον την αυτοπεποίθηση και την πίστη «στο πεπρωμένο», που στο παρελθόν κινητοποιούσε και εμψύχωνε τους Έλληνες που εμφανίζονται καταπτοημένοι, καταθλιπτικοί, χωρίς κέφι και κουράγιο για δημιουργία και μεγάλες εξορμήσεις.
Εάν παραμείνουμε βυθισμένοι σε αυτή την κατάσταση της καθολικής παρακμής, είναι προφανές πως δεν έχουμε καμία τύχη και δυνατότητα επιβίωσης πέρα από τον 21ο αιώνα, δεδομένης και της γεωπολιτικής μας θέσης, για την οποία τόσες φορές έχουμε μιλήσει. Κατά συνέπεια, είναι η ώρα της αφύπνισης, όπως συχνά υπογραμμίζουμε. Πώς όμως, και επί τη βάσει ποιών δεδομένων, μια τέτοια αφύπνιση θα μπορούσε να αποτελέσει μια ρεαλιστική λύση;
Ό,τι έχει απομείνει στον σύγχρονο ελληνισμό είναι κατ’ εξοχήν η μεγάλη του παράδοση. Μια παράδοση ανεπανάληπτη, που αρχίζει από την ελληνική αρχαιότητα, συνεχίζεται με τον χριστιανισμό –και όχι μόνο την ορθοδοξία– και φθάνει μέχρι τις μέρες μας, με το δημοτικό τραγούδι, τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Σεφέρη. Η Ελλάδα αποτελεί πλέον μια μικρή χώρα στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο, αλλά διατηρεί ακόμα τα στοιχεία μιας μεγάλης πολιτισμικής παράδοσης, της πολιτισμικής υπερδύναμης που υπήρξε ο ελληνισμός.
Αυτή η ακόμα υπαρκτή παράδοση είναι το τελευταίο στοιχείο ισχύος, κυριολεκτικά πλανητικών διαστάσεων, που μας έχει απομείνει. Και δεν έχουμε άλλη λύση από την επένδυση σε αυτό το στοιχείο ακριβώς. Η επένδυση στην παιδεία και τον πολιτισμό, η ριζική «επιστροφή» στην παράδοση μας είναι το μόνο υπερόπλο που διαθέτουμε.
Πώς οι Έλληνες κάτοικοι του Ανατολικού Αιγαίου θα αντέξουν στα κύματα των Τούρκων τουριστών και επιχειρηματιών, που σταδιακά κατακλύζουν τα νησιά μας, εάν δεν έχουν μια ισχυρή πολιτισμική ταυτότητα; Εάν δεν είναι πεισμένοι πως όντως αποτελούν έναν ιδιαίτερο λαό, η επιβίωση και η συνέχεια του οποίου έχει σημασία για τον παγκόσμιο πολιτισμό;
Πώς οι νεώτεροι Έλληνες θα ανθέξουν στην πολιτισμική επίθεση της παγκοσμιοποίησης, αν θεωρούν τα αγγλικά «ανώτερα» από τη γλώσσα τους, αν θεωρούν τη δική τους παράδοση υποδεέστερη, και είναι έτοιμοι να την αντικαταστήσουν με τα άθλια greeklish του διαδικτύου; Και πώς θα μπορέσουν οι Έλληνες, που έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό, να διατηρήσουν την ταυτότητά τους εάν δεν έχουν συνείδησή της ιστορικής τους ιδιαιτερότητας;
Πώς θα μπορέσουν οι Κρητικοί να αντέξουν στα ρεύματα του εθνομηδενισμού και της τουριστικής λαίλαπας, που αλλοιώνουν την πατροπαράδοτη ελληνική τους συνείδηση, και η οποία έδωσε έναν Greco, ένα Αρκάδι και έναν Ελευθέριο Βενιζέλο, εάν δεν παραμένουν βαθείς γνώστες και κοινωνοί της παράδοσής τους;
Πώς θα μπορέσει η Ορθοδοξία, ως στοιχείο ταυτότητας του ελληνισμού, να αντιμετωπίσει τα δυτικά δόγματα, έναν κακώς εννοούμενο οικουμενισμό, ακόμα περισσότερο μια πανταχού παρούσα και κυρίαρχη απόρριψη της πνευματικότητας του ανθρώπου, αν οι Έλληνες –και κάποτε και η ίδια η Εκκλησία– δεν κατανοήσουν πως η Ορθοδοξία είναι η πνευματική συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας και πως, χωρίς την Ορθοδοξία δεν νοείται η νεώτερη ελληνική ταυτότητα – ακόμα και για όσους δεν διαθέτουν μεταφυσικές πίστεις και ανησυχίες;
Οι Έλληνες εφοπλιστές αποτελούν το τελευταίο οικονομικό υπόλειμμα του οικουμενικού ελληνισμού και της ελληνικής παράδοσης, που ήταν πάντα, από την αρχαιότητα, μια ναυτική παράδοση. Αν είχαν κρατήσει κάτι από την ιστορική συνείδηση των Κουντουριωταίων ή της Μπουμπουλίνας –που θυσίασαν όλο τον πλούτο τους για την Επανάσταση– και είχαν παρέμβει, στη διάρκεια της κρίσης και μάλιστα στις απαρχές της, με ένα ομολογιακό δάνειο, που θα μπορούσε να κινητοποιήσει και όλο τον απόδημο ελληνισμό, δεν θα είχαν διασώσει την ελληνική οικονομία από τα μνημόνια; Αναμφίβολα!
Αλλά πώς να συμβεί κάτι τέτοιο όταν η κουλτούρα τους απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ελληνική, ενώ η κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνικού κράτους, από την αξέχαστη εποχή Σημίτη, είναι ο εθνομηδενισμός; Και όταν ακόμα και εκείνα τα πνευματικά καθιδρύματα που χρηματοδοτούν, όπως το Ίδρυμα Ωνάση ή το Ίδρυμα Νιάρχου, προωθούν αντίθετα την απομάκρυνση από την ελληνική παράδοση ;
Αν οι Έλληνες ξενοδόχοι είχαν συνείδηση της ταυτότητάς τους, του γένους τους, θα είχαν μεταβάλει τις επιχειρήσεις τους σε μηχανισμούς διάδοσης της ελληνικής κουλτούρας, του ελληνικού πολιτισμού και ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής! Χωρίς μάλιστα να χάνουν τίποτε από τα ευρώ που τόσο λατρεύουν!
Αν οι Έλληνες αρχαιολόγοι αγαπούσαν όλο τον ελληνισμό, στη διαχρονία του, δεν θα αντιπαρέθεταν την αρχαιότητα με το Βυζάντιο και δεν θα κυριαρχούνταν από μηδενιστές που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να θάψουν ακόμα και την Αμφίπολη.
Αν οι Έλληνες φιλόλογοι πονούσαν πραγματικά τη γλώσσα και τον λαό τους, θα είχαν μεταβάλει τις τάξεις των σχολείων τους σε «κρυφά σχολειά», όπου θα δίδασκαν και το πολυτονικό σύστημα γραφής και στοιχεία της καθαρεύουσας, ώστε να μπορούν οι νέες γενιές να διαβάζουν τουλάχιστον τον Παπαδιαμάντη!
Αν οι Έλληνες Πανεπιστημιακοί και οι «Αθάνατοι» της Ακαδημίας είχαν συνείδηση μιας υψηλής αποστολής, θα είχαν χτίσει, κυριολεκτικά με τα χέρια τους, μια μεγάλη σχολή Αριστοτελικών Σπουδών στα Στάγειρα, Πλατωνικών στην Ακαδημία Πλάτωνος, μια Ιατρική Ακαδημία στην Κω, μια Ορθόδοξη Ακαδημία διεθνούς εμβέλειας στη Θεσσαλονίκη, ένα διεθνές κέντρο Εταιρισμού στα Αμπελάκια.
Αν η Εκκλησία και οι ιεράρχες μας γνώριζαν τι πραγματικά εκπροσωπούν, θα είχαν εμφυσήσει στον κλήρο μας στο σύνολό του ένα πνεύμα αυταπάρνησης και προσφοράς, θα είχαν γεμίσει όλη τη χώρα με πνευματικά ιδρύματα, θα επέμεναν στην ουσία της παράδοσής μας και όχι στους χρυσοποίκιλτους τύπους και θα πρωτοστατούσαν σε όλες τις μεγάλες πνευματικές κινήσεις του γένους. Αν.. Αν… Αν…
Όλα αυτά, στην πραγματικότητα, είναι πλέον τα μόνα εφικτά, διότι δεν απαιτούν πολλά χρήματα και υπέρογκες επενδύσεις, απαιτούν απλώς (!) μια βαθειά και ριζική αλλαγή προσανατολισμού, απαιτούν μια μεγάλη πολιτιστική «επανάσταση». Μια πολιτιστική επανάσταση που θα προωθήσει την επένδυση στην παιδεία, στον πολιτισμό, στην έρευνα, στην αναβάθμιση της παράδοσης, τη σύνδεσή της με τον σύγχρονο κόσμο.
Πολλοί στις Ελλάδα, σήμερα, «θαυμάζουν» το Ισραήλ και το θεωρούν και ως προνομιακό εταίρο της Ελλάδας στο ταραγμένο γεωπολιτικό μας περιβάλλον. Ο υποφαινόμενος δεν συμπαθεί τη σιωνιστική πολιτική του εξανδραποδισμού των Παλαιστινίων, και πιστεύω εξάλλου πως, σε βάθος χρόνου, Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι θα πρέπει να συμβιώσουν ειρηνικά ενώ δεν είμαι υπέρμαχος και των αποκλειστικών συμμαχιών. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω πως το Ισραήλ κατόρθωσε σε μεγάλο βαθμό να κάνει αυτά που δεν κάναμε εμείς. Ανέστησε μια νεκρή γλώσσα, τα αρχαία εβραϊκά, και την επέβαλε εκ νέου! Ανέπτυξε μια σύγχρονη τεχνολογία, χρησιμοποιώντας την αγροτική παραγωγή και τους εξοπλισμούς, και σήμερα πρωτοπορεί, μαζί με τη Silicon Valley, στα ηλεκτρονικά, την πληροφορική, την αγροτική βιοτεχνολογία. Έχει μεταβάλει την παράδοση του σε αναπόσπαστο στοιχείο της δυτικής κουλτούρας, κ.λπ. κ.λπ. Βεβαίως στηρίχτηκε προνομιακά στη Δύση και τις ΗΠΑ, αλλά αυτό δεν θα αρκούσε εάν, εξαιτίας του ολοκαυτώματος, δεν ανέπτυσσε μια κουλτούρα επιβίωσης, με κάθε τίμημα, ακόμα και τον εξανδραποδισμό των γηγενών Παλαιστινίων. Μια κουλτούρα που θεωρεί τους Εβραίους τον περιούσιο λαό που πρέπει να διασωθεί με κάθε τίμημα.
Εμείς, από την άλλη πλευρά, παρότι υπήρξαμε μια παγκόσμια οικουμενική δύναμη, γνωρίσαμε έναν σταδιακό εξανδραποδισμό στη διάρκεια πολλών αιώνων. Και παρ’ όλα αυτά όχι μόνο δεν αποκτήσαμε ένα ισχυρό ένστικτο αυτοσυντήρησης αλλά, αντίθετα, είμαστε διατεθειμένοι να σκορπίσουμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, περιφρονώντας κυριολεκτικά τον εαυτό μας. Τι άλλο σημαίνει άραγε η κυριαρχία του μίσους ενάντια στο έθνος που κυριαρχεί σε ένα μεγάλο κομμάτι των ελίτ και της νεολαίας μας;
Άραγε, την ύστατη στιγμή, στηριζόμενοι σε αυτή την ασύγκριτη ιστορική παράδοση θα δειχτούμε ικανοί για τη «μεγάλη επιστροφή»; Είναι στο χέρι μας.



Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Από την προβληματική σχολική Ιστορία στη μη-Ιστορία


Για το Σχέδιο Αναλυτικών Προγραμμάτων για την σχολική Ιστορία στην υποχρεωτική εκπαίδευση

Του Τάσου Χατζηαναστασίου (δρ Ιστορίας-εκπαιδευτικός)
από την Ρήξη φ. 134

Το Σχέδιο Αναλυτικών Προγραμμάτων για τη σχολική Ιστορία στην υποχρεωτική εκπαίδευση, που έχει εκπονηθεί από την αρμόδια επιτροπή του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, για τους λόγους που θα επιχειρήσω να αναπτύξω παρακάτω. Καταρχήν, η πρόταση που έχει κατατεθεί, αφενός δεν επιλύει κανένα από τα υπαρκτά προβλήματα της διδασκαλίας της Ιστορίας στο σχολείο, αφετέρου καταργεί στην πράξη την ίδια την Ιστορία ως γνώση και κατανόηση του παρελθόντος.
Η επιτροπή παρεμβαίνει «αναμορφωτικά», αναδεικνύοντας ως μείζονα δύο ανύπαρκτα προβλήματα, επιδεινώνοντας έτσι τα ήδη κακώς κείμενα. Αφενός επιδιώκει εμφανώς την απεθνικοποίηση της σχολικής Ιστορίας, σαν να είναι ο εθνικισμός το μεγάλο πρόβλημα του μαθήματος! Το άγχος της απάλειψης της ιδέας του ελληνικού έθνους και της διαχρονίας του, αλλά και της αποτροπής των μαθητών από το να υιοθετήσουν πρότυπα και αξίες μέσα από τη μακραίωνη αντιστασιακή παράδοση του ελληνικού λαού είναι διάχυτο σε ολόκληρο το κείμενο των 50 σελίδων. Το αποτέλεσμα όμως είναι ότι, από υπερβολική «εθνοφοβία», εξοβελίζεται τελικά η ίδια η ιστορική γνώση.
Ο δεύτερος εχθρός της επιτροπής είναι η αποστήθιση! Οι συντάκτες εκκινούν από την κοινή διαπίστωση ότι οι μαθητές δεν μαθαίνουν ιστορία, δεν αγαπούν το μάθημα και δεν αποκτούν ιστορική συνείδηση. Αυτό που ισχύει είναι ότι, σήμερα, μαθητές μηδενικής προσπάθειας, αποφοιτούν από το λύκειο αμόρφωτοι και μάλιστα με μεγάλους βαθμούς. Σκιαμαχεί επομένως και βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου όποιος υποστηρίζει ότι το μεγάλο πρόβλημα με το μάθημα της Ιστορίας είναι η αποστήθιση. Δεν υπάρχει ούτε στείρα ούτε γόνιμη αποστήθιση, παρά σε ένα μικρό ποσοστό «καλών μαθητών». Επιπλέον, το νέο πρόγραμμα, με τις φλύαρες αοριστίες περί «αξιολόγησης» του μαθήματος, ουσιαστικά προκρίνει τη «μη αξιολόγηση». Αντί να διορθώσουμε το σημερινό καθεστώς της χαριστικής προαγωγής, ερχόμαστε να καταργήσουμε κάθε έννοια ουσιαστικού ελέγχου της εμπέδωσης της γνώσης. Επιπλέον, η ανάδειξη του «υποκειμενισμού» και του δήθεν «πλουραλισμού» των ερμηνειών αντί της εκμάθησης και κατανόησης της ιστορικής εξέλιξης θα επιτείνει το πρόβλημα της παραγωγής ανιστόρητων μαθητών.
Σε ό,τι αφορά τη διδακτική μεθοδολογία, προτείνεται, στο όνομα της καλλιέργειας «κριτικής σκέψης», ο περιορισμός του σχολικού εγχειριδίου προς όφελος «θεματικών φακέλων». Από ένα σύνολο 10-14 φακέλων, ανάλογα με την ενότητα, ο εκπαιδευτικός θα επιλέγει ορισμένους με υποκειμενικά κριτήρια. Η αφήγηση γεγονότων που αφορούν το όλον εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από την πιο «ευχάριστη»(;) και «δημιουργική» απασχόληση, με επιμέρους θέματα που και αυτά έχουν επιλεγεί άνωθεν. Πληροφοριακά μόνο, αναφέρω ότι στην Α΄ λυκείου, όπου εξετάζεται ο μεταπολεμικός και σύγχρονος κόσμος, ζέοντα και επίκαιρα θέματα, όπως το Κυπριακό, ο αλβανικός παράγοντας στη Βαλκανική, το Μακεδονικό Ζήτημα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κουρδικό, η Λατινική Αμερική, η άνοδος της Κίνας, δεν αναφέρονται σε κανέναν φάκελο. Κατά τα άλλα προετοιμάζονται πολίτες με άποψη και «κριτική σκέψη».
Η εμμονή στον περιορισμό της εκμάθησης γεγονότων και της αφήγησής τους είναι επίσης εσφαλμένη. Χωρίς τη γνώση του τι έγινε, πώς θα προαχθεί η κριτική σκέψη και ικανότητα; Επιχειρείται να δοθεί η εντύπωση πως στην Ιστορία δεν υφίσταται μία και μόνη ιστορική αλήθεια. Αυτό είναι λάθος. Η διαφορά εντοπίζεται στην έμφαση που δίνεται σε ένα γεγονός, στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις για τα αίτια, τα κίνητρα και τις συνέπειες.
Εξίσου εσφαλμένη και εντελώς εκτός τόπου και χρόνου είναι η άποψη ότι το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να παράγει «μικρούς ιστορικούς», «μικρούς αρχαιολόγους» και γενικότερα «μικρούς επιστήμονες». Αυτό αφενός υποβιβάζει το κύρος των επιστημών σε απλές δεξιότητες, που μπορεί κανείς να τις αποκτήσει παίζοντας, αφετέρου επιτείνει την σύγχυση και υπονομεύει την ουσιαστική μάθηση. Αφήνουμε το γεγονός ότι οι δεξιότητες αυτές δεν ανταποκρίνονται στο επίπεδο των παιδιών, ειδικά όταν μιλάμε για το δημοτικό.
Το ίδιο ισχύει και για την έμφαση που δίνεται στις ιστορικές πηγές, στις οποίες υποτίθεται ότι πρέπει να στηρίζεται κυρίως το μάθημα αντί της αφήγησης. Με τη μετατόπιση του βάρους της διδασκαλίας στις πηγές, το ίδιο το γεγονός υποβαθμίζεται και το βάρος πέφτει στην «ερμηνεία». Είναι όμως σε θέση οι μαθητές και γενικότερα οι μη ειδικοί ιστορικοί, να αξιολογούν πηγές; Με ποια εφόδια; Με ποια μεθοδολογικά εργαλεία και γνώσεις; Κανείς δεν αμφισβητεί τη χρησιμότητα και τη γοητεία των πηγών ως παραθεμάτων, αλλά ως υποστηρικτικού υλικού, όχι ως του κατεξοχήν ιστορικού κειμένου. Η πηγή είναι το τεκμήριο, όχι το γεγονός.
Με το εγχειρίδιο περιορισμένο σε χρονολογικούς πίνακες, με απλή καταγραφή «σημαντικών» σημείων με τη μορφή τίτλων και τους δοτούς φακέλους της επιλογής του διδάσκοντα, λύνεται επίσης και το πρόβλημα του ποιος μπορεί να διδάξει το μάθημα: Ο οποιοσδήποτε γνωρίζει ανάγνωση! Έως τώρα, ένας ευσυνείδητος καθηγητής έπρεπε, προκειμένου να διδάξει μία μικρή ενότητα, π.χ. τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένη, να γνωρίζει σε βάθος το αθηναϊκό πολίτευμα και να έχει μελετήσει τη σχετική βιβλιογραφία, πολλή μελέτη για μία μόνο διδακτική ενότητα. Τώρα, όλα έτοιμα, εύκολα, γρήγορα και… φτηνά, κατά τα πρότυπα του σύγχρονου καπιταλισμού.
Κοντολογίς, κατά το πρότυπο της «μη Κοινωνιολογίας» που εισήγαγε ο καθηγητής Βέλτσος, έχουμε τώρα τη «μη Ιστορία»: την Ιστορία κατά το δυνατόν χωρίς πρόσωπα, χωρίς γεγονότα, χωρίς γραμμική χρονική συνέχεια, χωρίς αίμα, σάρκα και οστά, που πλέον δεν θα απαιτεί διάβασμα! Χαράς Ευαγγέλια!



Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Το λόμπι της δραχμής και οι «ελλείποντες κρίκοι»


Το λόμπι της δραχμής 
και οι «ελλείποντες κρίκοι»
Γιώργος Καραμπελιάς     

Ο αρθρογράφος του Βήματος, Παύλος Παπαδόπουλος, με ένα μακροσκελές πόνημα για την κυβέρνηση Τσίπρα και τα σχέδια περί δραχμής (βλ. Η σκευωρία του εθνικού νομίσματος και το σαμποτάζ στη Δημοκρατία), επισημαίνει ένα σύνολο από γεγονότα και παράγοντες που επιβεβαιώνουν όλα όσα –τουλάχιστον εμείς– τονίζουμε από τον Μάρτιο του 2015. Από τότε υποστηρίζαμε πως η κυβέρνηση Σύριζα-Ανέλ, και στις δύο παραμέτρους της, κινούνταν εξαρχής με δύο εναλλακτικά σχέδια, είτε ρήξη και έξοδο από την Ευρωζώνη, εάν εξασφάλιζε τις απαραίτητες διεθνείς συμμαχίες και στηρίξεις, είτε υποταγή στις απαιτήσεις των εταίρων και υπογραφή νέου μνημονίου (βλέπε σχετικά τα βιβλία μου, 6 μήνες που συγκλόνισαν την Ελλάδα, Αύγουστος 2015, και Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς, Η υπέρβαση, Οκτώβριος 2016).
Το γεγονός ότι ο Τσίπρας και ο Καμμένος έπαιζαν από την αρχή και συστηματικά σε δύο ταμπλό, μπορεί εκείνη την εποχή να μην ήταν τόσο εμφανές, σήμερα όμως αποτελεί μυστήριο μόνο για ολιγοφρενείς ή ιδεοληπτικούς. Διαφορετικά, εκ των υστέρων, δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε ο Βαρουφάκης και η διαρκής υπονόμευση των διαπραγματεύσεων, ούτε η Ζωή Κωνσταντοπούλου και το «επονείδιστο χρέος», ούτε ο Λαφαζάνης και το «σχέδιο Νομισματοκοπείο». Όλα αυτά ήταν ενταγμένα στο υπ’ αριθμόν ένα σενάριο του Τσίπρα και του Καμμένου με την προϋπόθεση ότι θα έβρισκαν στήριξη είτε στις ΗΠΑ είτε/και στη Ρωσία ώστε να μπορούν να υλοποιηθούν. Και μόνον η έλλειψη αυτής της στήριξης απέτρεψε την εφαρμογή του. Σε ό,τι αφορά στη Ρωσία, όπως αποκάλυψε ο ίδιος ο Πούτιν στον Ολάντ, το ζήτημα «παιζόταν» μέχρι το βράδυ του δημοψηφίσματος – η Μόσχα όχι μόνον αρνήθηκε να στηρίξει με δάνειο τον Τσίπρα αλλά αρνήθηκε ακόμα και να τυπώσει δραχμές για λογαριασμό της Ελλάδας. Παράλληλα, οι Αμερικανοί, αφού πρώτα είχαν αποδυναμώσει την ευρωζώνη μέσω της ελληνικής κρίσης, επιθυμούσαν πλέον την παραμονή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ.
Έτσι απετράπη η εφαρμογή του πρώτου σχεδίου, εξήλθαν από το τραίνο οι απροκάλυπτα δραχμικοί και οδηγηθήκαμε στο δεύτερο σενάριο με την υπογραφή ενός τερατώδους νέου μνημονίου, την εκχώρηση της δημόσια περιουσίας κ.λπ κ.λπ.
Όμως, η απίστευτη επανεκλογή της ίδιας κυβέρνησης, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 –έκφραση της παρακμής του πολιτικού συστήματος και της δραματικής υποβάθμισης του πολιτικού κριτηρίου του ελληνικού λαού–, οδήγησε σε μια νέα ατέρμονα και σισύφεια διαπραγμάτευση. Ως συνέπεια, η εκδοχή του Grexit επανεμφανίζεται και πάλι με αξιώσεις σήμερα – και μάλιστα με λιγότερα «ρίσκα» απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Και είναι απόλυτα «φυσιολογικό». Η κυβέρνηση έχει αποτύχει να ελέγξει τα ΜΜΕ, ο έλεγχος της δικαιοσύνης είναι μικρότερος του αναμενομένου (όπως απέδειξε η απόφαση του ΣτΕ για τις τηλεοπτικές άδειες), ταυτόχρονα βυθίζεται όλο και πιο πολύ δημοσκοπικά – ενώ ενισχύεται συμμετρικά ο αντίπαλος νεοδημοκρατικός πόλος. Βρίσκεται, για άλλη μια φορά, μπροστά σε ένα αδιέξοδο με… τρεις πιθανές επιλογές: Πρώτον, εκείνη της εξόδου από την ευρωζώνη με τη συναίνεση του Σόιμπλε και ίσως πλέον και των Τραμπ, Πούτιν και… Ερντογάν· δεύτερον, της παραμονής στην εξουσία και της υπογραφής των μέτρων με εκλογική συντριβή, εξαιτίας των προς υπογραφή μέτρων. Και η τρίτη λύση είναι η «ηρωική έξοδος» και οι εκλογές εδώ και τώρα, ώστε να διασωθεί ό,τι είναι δυνατόν από το κόμμα-ΣΥΡΙΖΑ και να παραμείνει στο προσκήνιο ως ο δεύτερος πόλος του πολιτικού συστήματος.
Η εξουσιαστική υφή της κυρίαρχης ομάδας των Συριζανέλ, δηλαδή η εμμονή τους για παραμονή στην εξουσία με κάθε τίμημα, οδηγεί αυθόρμητα σε επιλογές που κινούνται μάλλον στις δύο πρώτες εναλλακτικές και μόνο από «ατύχημα», δηλαδή απώλεια της πλειοψηφίας στο Κοινοβούλιο, θα οδηγούνταν στην εκλογική λύση. Η έξοδος από το ευρώ θα διασφάλιζε ίσως την παραμονή στην εξουσία και τη «συντριβή των ταξικών αντιπάλων», αλλά με το ρίσκο απρόβλεπτων εξελίξεων τόσο στο οικονομικό πεδίο (ντόμινο μιας καταστροφικής πορείας με υποτίμηση του νομίσματος) όσο και στα εθνικά θέματα (με την «απελευθέρωση» του τουρκικού επεκτατισμού), που μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και στο ειδικό δικαστήριο ή τον Κορυδαλλό – και μόνον αυτά φοβίζουν το εξουσιαστικό δίδυμο, που μάλλον τρομάζει μπροστά στις πιθανές συνέπειες ακραίων επιλογών. Η δεύτερη επιλογή θα μπορούσε να εξασφαλίσει την εξουσία για ένα ή δύο χρόνια, στην καλύτερη περίπτωση, πιθανώς και με νέες συμμαχίες (π.χ. ΠΑΣΟΚ), αλλά το μέλλον των δύο εταίρων Τσίπρα-Καμμένου δεν προδιαγράφεται πολιτικά ευοίωνο μετά το τέλος της διακυβέρνησης. Ωστόσο –παρ’ όλα αυτά και παρότι η εκλογική έξοδος θα ήταν μια κάποια λύση– αυτή παραμένει η πιθανότερη επιλογή, εξ αιτίας της ταξική υφής του Σύριζα: εξουσία χωρίς ιδιαίτερα ρίσκα μέχρι το τέλος.
Έτσι, τόσο ο Τσίπρας όσο και ο Καμμένος παίζουν και πάλι το παιχνίδι της καθυστέρησης, περιμένοντας να δουν προς τα πού θα γείρουν οι διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις, κρατώντας πάντοτε ανοικτές και τις δύο πιθανότητες. Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να αναζωπυρώσουν και πάλι τη συζήτηση περί Grexit (η οποία επανέρχεται δειλά-δειλά, ακόμα και σε συστημικά μέσα ενημέρωσης) και προπαντός να διατηρήσουν ως κόρη οφθαλμού τη συμμαχία μεταξύ τους, διότι μόνον αυτοί μοιάζουν «αποφασισμένοι για όλα». Διότι μία αλλαγή κυβερνητικού εταίρου από την πλευρά του Σύριζα, δηλαδή η προσέγγιση με το ευρωπαϊστικό ΠΑΣΟΚ, δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τη στρατηγική του Grexit, αφού οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς είναι ταγμένες εμμονικά στην παραμονή στο ευρώ. Γι’ αυτό εν τέλει η παρέα του Μαξίμου αποκρούει μετά βδελυγμίας, σήμερα, τη συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ –παρά τις άοκνες προσπάθειες του Λαλιώτη– και όχι βέβαια διότι δεν της «αρέσει» η Φώφη. Αντίθετα, οι δυνάμεις που στο εσωτερικό του απορρίπτουν το Grexit προκρίνουν την επιλογή συμμαχίας με το ΠΑΣΟΚ, και την παράλληλη υπογραφή των μέτρων, όπως φάνηκε από την τοποθέτηση του Νίκου Φίλη ή, στην έσχατη περίπτωση, την επιλογή των εκλογών που θα επέτρεπε στον ΣΥΡΙΖΑ να αποφύγει το δίλημμα.
Επομένως, ανοίγεται και πάλι μία περίοδος απόλυτης αβεβαιότητας και ανασφάλειας, και όπου «κάτσει η μπίλια». Εάν η έξοδος από την ευρωζώνη μπορέσει να χρεωθεί αποκλειστικά στον Σόιμπλε και το ΔΝΤ, με τη συναίνεση του Τραμπ, και η ελληνική κυβέρνηση φανεί πως απλώς «υποτάσσεται στη μοίρα», γιατί όχι, εάν το αντάλλαγμα είναι η διατήρηση στην εξουσία;
Το άρθρο του Παύλου Παπαδόπουλου στο Βήμα περιγράφει αρκετά ικανοποιητικά ένα μεγάλο μέρος των τεκταινομένων, της διγλωσσίας της κυβέρνησης και του ρόλου ενός μέρους των πολιτικών δυνάμεων. Και γι’ αυτό αξίζει να διαβαστεί από όλους – συμφωνούμε ή διαφωνούμε μαζί του. Ωστόσο, χαρακτηρίζεται από μερικά πολύ σημαντικά κενά, τα οποία δεν είναι καθόλου τυχαία. Αρχικώς, αποσιωπά τον ρόλο των ΜΜΕ, και κατ’ εξοχήν των συστημικών, στην άνοδο και ενίσχυση του φαινομένου Τσίπρα-Καμμένου και στη δηλητηρίαση του ελληνικού λαού με τα δραχμικά φληναφήματα. Ήταν τα τρία τουλάχιστον από τα πέντε κανάλια πανεθνικής εμβέλειας που ενίσχυσαν και πρόβαλαν το λόμπι της δραχμής και τους υπερασπιστές του, υποβάλλοντας σε κυριολεκτική πλύση εγκεφάλου τους Έλληνες πολίτες –ιδιαίτερα τους πλέον ανυπότακτους και αμφισβητησιακούς–, προτάσσοντας ως αποφασιστική παράμετρο για την αντιμετώπιση της κρίσης όχι την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ενίσχυση της αυτοδυναμίας της χώρας, αλλά τη μαγική λύση της δραχμής. Μια λύση που θα επέτρεπε σε μπατιριμένους επιχειρηματίες με τεράστια χρέη και σε εφοπλιστές-πειρατές να κερδοσκοπήσουν, αγοράζοντας με τα κεφάλαιά τους, από το εξωτερικό, την «υποτιμημένη» ελληνική οικονομία.
Σε ένα άρθρο ποταμό, εννιάμισι χιλιάδων λέξεων, που περιγράφει τις πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς και της Δεξιάς που στήριξαν ή στηρίζουν αυτά τα σχέδια, ο κ. Παπαδόπουλος, παραδόξως, δεν έχει να πει κουβέντα για όσα προαναφέραμε. Πιθανώς διότι δεν μιλάνε για σκοινί στο σπίτι του κρεμασμένου. Δηλαδή, του συγκροτήματος του ΔΟΛ που, παρ’ ότι δεν συντάχθηκε ποτέ με τη δραχμή, στήριξε και ενίσχυσε με αυτοκτόνικη εμμονή την άνοδο του Τσίπρα στην εξουσία. Και ο ΔΟΛ δεν ήταν μόνος του. Ούτε εκφράζει μόνον τον Ψυχάρη. Αποτέλεσε έναν σημαντικό δίαυλο μέσω του οποίου το μεγαλύτερο κομμάτι της «κεντροαριστεράς» αιμοδότησε με στελέχη και ψηφοφόρους τον Τσίπρα και την παρέα του. Ο κ. Παπαδόπουλος αποδομεί αρκετά συστηματικά τα τμήματα της Άκρας Δεξιάς, της Κεντροδεξιάς και της Εκκλησίας (Χρυσή Αυγή, ΑΝΕΛ, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Προκόπης Παυλόπουλος, αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος), που εκμεταλλεύονται (η Χρυσή Αυγή) το εγχείρημα των Συριζανέλ ή λειτουργούν ως χρήσιμοι ηλίθιοι για την ευόδωσή του. Αποκρύπτει όμως επιμελώς τις δυνάμεις εκείνες που στήριξαν και πολλοί συνεχίζουν να στηρίζουν, ακόμα και σήμερα, το εγχείρημα Τσίπρα από την πλευρά των επιχειρηματιών και της κεντροαριστεράς (Ψυχάρης, Μπόμπολας, Βαρδινογιάννης, Λαλιώτης κ.ο.κ.).
Εάν το έκανε, θα μπορούσε όντως να πραγματοποιήσει μια ολοκληρωμένη ακτινογραφία των δυνάμεων που, μέσα από την ιδιοτέλεια, τον καιροσκοπισμό και την ανικανότητά τους, κινδυνεύουν να οδηγήσουν την Ελλάδα σε μια μεγάλη εθνική καταστροφή που πλησιάζει καλπάζοντας.


Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Σήμερα η Κύπρος, αύριο όλη η Ελλάδα


Σήμερα η Κύπρος, αύριο όλη η Ελλάδα
Κίνηση Άρδην 
Μια σύντομη εξιστόρηση της μνημονιακής μας περιπέτειας από το 2011 κι έπειτα θα μπορούσε να είναι και η εξής: Πιαστήκαμε στο δόκανο μιας σχέσης φτηνού χρήματος/ακριβού χρέους (που ουσιαστικά αποτέλεσε την μέγιστη συνέπεια της εισόδου μας στην ΟΝΕ), και περιπέσαμε σε οικονομική δουλεία με το να ανοίξουμε διάπλατες όλες τις κερκόπορτες της κατασπατάλησης δημόσιας και ιδιωτικής, της πολιτικής μόχλευσης μιας κίβδηλης ευημερίας για το κράτος, τα κόμματα, τα νοικοκυριά και τα άτομα. Τώρα πληρώνουμε το τίμημα με το να εισπράττουμε ως ‘εξυγίανση’ μια πολιτική διαρπαγής του φυσικών και ανθρώπινων πόρων, του δημόσιου πλούτου, και ένα βίαιο ξεπάτωμα της οικονομικής και κοινωνικής φυσιογνωμίας της χώρας – μικρομεσαίας, με ήπιες ανισότητες, και υψηλό βαθμό ανεξαρτησίας των πολιτών της.
Η κίνηση αυτού του εκκρεμούς, όμως, μεταξύ φτηνού χρήματος και ακριβού χρέους, ψεύτικης ευημερίας και ραγδαίας φτωχοποίησης έχει και την εξωτερική της διάσταση: Η οικονομική δουλεία δεν πρόκειται να παραμείνει ως τέτοια, αλλά ήδη μετασχηματίζεται σε γεωπολιτική υποταγή· και εδώ θα καταρρεύσει και η τελευταία αυταπάτη της προηγούμενης περιόδου: Έτσι, με την ίδια κίνηση, ο φαντασιακός εθνομηδενιστικός ευρωπαϊσμός απειλεί να καταλήξει σε… πραγματικό νεο-οθωμανισμό!
Αυτό είναι το δράμα το οποίο παίζεται σήμερα με τις διαπραγματεύσεις για μια ‘γρήγορη λύση’ στο κυπριακό: Με τις μέριμνες για το περιουσιακό, το εδαφικό, τις εγγυήσεις, τις προβλέψεις για το πολίτευμα και την οικονομική πολιτική του νέου κράτους να φαντάζουν τόσο εξωφρενικές ώστε μόνον μια ερμηνεία να μπορεί να τις αντιμετωπίσει: Ότι αποτελούν επί της ουσίας την απόπειρα εγκαθίδρυσης ενός ασταθούς προτεκτοράτου υπό δυτικο-τουρκική κηδεμονία στην Ανατολική Μεσόγειο: Όπου η σημερινή ελληνοκυπριακή δημοκρατία υποβαθμίζεται σ’ ένα είδους ‘φόρου υποτελή κοινότητα’, ένα μόρφωμα που στην πραγματικότητα αποτελεί μια από τις πρώτες μετακρατικές ‘ηγεμονίες’ του 21ου αιώνα.
Ο δε Ερντογάν, πολύ ορθώς συνέδεσε τις εξελίξεις στο Κυπριακό –κατά την ομιλία του στο νέο, ‘μεταπραξικοπηματικό’ Συμβούλιο Ασφαλείας της Τουρκίας– με μιαν ευρύτερη εκστρατεία αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάνης: Μας υπενθυμίζει, αυτό που οι ελλαδικές και κυπριακές ηγεσίες είχαν ‘ξεχάσει’, θεμελιώνοντας μάλιστα σε αυτήν την λήθη το ελλαδικό και κυπριακό κατεστημένο των τελευταίων δεκαετιών: Ότι δηλαδή «Η Κύπρος δεν είναι μακριά», τουλάχιστον δεν είναι ‘μακριά’ για τον τουρκικό επεκτατισμό, που θέλει τώρα την Κύπρου και θέτει ζήτημα Θράκης, Αιγαίου, θα θέλει αύριο την Θράκη θέτοντας ζήτημα Αιγαίου και Θεσσαλονίκης κ.ο.κ.
Έτσι, αυτό που σήμερα προβάλλεται ως ‘λύση’ του κυπριακού δεν είναι τίποτα άλλο από μια πρώτη πράξη επιστροφής της άμεσης τουρκικής δικαιοδοσίας πάνω στον ελληνισμό: Αυτό που επιχειρεί η νεο-οθωμανική πολιτική είναι να αντιστρέψει σταδιακά τα αρνητικά γι’ αυτήν αποτελέσματα που προέκυψαν από τον αγώνα του ’55-’59 σε ό,τι αφορά στην Κύπρο, από την συνθήκη της Λωζάνης σε ό,τι αφορά στο Αιγαίο, από την εκστρατεία των Βαλκανικών πολέμων σε ό,τι αφορά στη Βόρειο Ελλάδα και την Ήπειρο. Προφανώς, απώτερο τέλος αυτής της στρατηγικής είναι η αναίρεση της Ελευθερίας σύσσωμου του ελληνισμού, που επιτεύχθηκε με την επανάσταση του 1821.
Αυτό το νόημα έχουν και οι αλλεπάλληλες δηλώσεις του περί Θράκης, Αιγαίου και Θεσσαλονίκης. Και για όποιον γνωρίζει τι συμβαίνει σήμερα στην Βόρειο Ελλάδα, είναι απολύτως σαφές ότι δεν πρόκειται περί ‘κούφιων δηλώσεων’ που πραγματοποιούνται για εσωτερική κατανάλωση, αλλά για μια στρατηγική που ήδη εφαρμόζεται υπόγεια και παράγει επιχειρήματα για τις τουρκικές διεκδικήσεις· εδώ και πάρα πολλά χρόνια, το τουρκικό προξενείο στην Κομοτηνή ως κράτος εν κράτει, ενώ σε ό,τι αφορά στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα βρίσκεται σε εξέλιξη μια εκστρατεία… τουριστικής διείσδυσης που επικεντρώνεται γύρω από την ανάδειξη/αξιοποίηση των οθωμανικών μνημείων στην Καβάλα, τις Σέρρες, τα Γιαννιτσά, την Θεσσαλονίκη – ακόμα και στα Ιωάννινα, με μικρότερη ακόμα ένταση: Επίκεντρο αυτής της στρατηγικής είναι η Θεσσαλονίκη και το υποτιθέμενο ‘σπίτι του Κεμάλ’ όπου προσέρχονται δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες ετησίως για να «προσκυνήσουν» το μουσείο που είναι αφιερωμένο στον ιδρυτή του σύγχρονου τουρκικού κράτους και θύτη της γενοκτονίας του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και του Πόντου, των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Οι δε τοπικές κοινωνίες, με τις τοπικές αρχές να πρωτοστατούν, όπως συμβαίνει κατ εξοχήν στην περίπτωση του Δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη, υποδέχονται αυτό το κύμα ως ‘ευκαιρία για τουριστική ανάπτυξη’ και ‘αξιοποίηση’ μιας τοπικής κληρονομιάς [που στην πραγματικότητα αποτελεί μια ιστορία κατάκτησης και διαρπαγής από την οποία απελευθερωθήκαμε με δάκρια και αίμα].
Και πάλι ο Ερντογάν ήταν εκείνος που ξεκαθάρισε τα πράγματα, ώστε να μην έχουμε καμία αμφιβολία ότι αυτή η εκστρατεία για την προώθηση του πολιτιστικού τουρισμού στα οθωμανικά μνημεία συνδέεται αναπόσπαστα με τον τουρκικό επεκτατισμό: Με αφορμή την συμπλήρωση 93 χρόνων από την ίδρυση του τουρκικού κράτους, στις 28 Οκτωβρίου 2016, δήλωσε:
«Εγώ εδώ δίνω μάθημα ιστορίας […] Εγώ μίλησα για τη Λωζάννη και ενοχλήθηκαν. Γιατί; Τα νησιά που βρίσκονται μπροστά στη μύτη μας, το φωνάζω ήταν δικά μας τα νησιά αυτά. Σε αυτά τα νησιά έχουμε ιστορία μας, μνημεία μας, τζαμιά μας. Ακόμα ενοχλούνται όταν τα λέμε. Γιατί;»
Στη δε Θεσσαλονίκη, η πολιτική αυτή φαίνεται να αποδίδει καρπούς. Στ’ όνομα της τουριστικής προσόδου, συντελείται εδώ και μερικά χρόνιο μια σταδιακή διολίσθηση σε καθεστώς πολιτικής αυτολογοκρισίας, ή χειρότερα, στην ταύτιση της τοπικής εξουσίας με την εκστρατεία ιστορικού αναθεωρητισμού που επιχειρεί ο τουρκικός επεκτατισμός. Έτσι, στις 26 Οκτωβρίου του 2016, ανήμερα της επετείου απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης, ο δήμαρχός της, Γιάννης Μπουτάρης που βρισκόταν σε επίσκεψη στην γειτονική χώρα για να προωθήσει την υπόθεση της ακτοπλοϊκής σύνδεσης Θεσσαλονίκης-Σμύρνης, δήλωσε στην εφημερίδα  Χουριέτ:
«Έχουμε δημιουργήσει έναν μύθο για τον Κεμάλ Ατατούρκ ότι ήταν φονιάς. Τώρα, αυτό που λέω στους πολίτες είναι ότι δεν με ενδιαφέρει αν ο Κεμάλ Ατατούρκ ήταν φονιάς ή όχι. Δεν με ενδιαφέρει αν ήταν καλός ή όχι […] Αυτό που με ενδιαφέρει είναι ότι όπως οι Έλληνες επισκέπτονται την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τη Σαμψούντα και την Τραπεζούντα και αποτείνουμε σεβασμό στη γη των προγόνων μας. Έτσι και οι Τούρκοι έχουν το ίδιο συναίσθημα για τον Κεμάλ Ατατούρκ. Είναι ο πατέρας της Τουρκίας. Θέλουν να έλθουν να επισκεφτούν τη γενέτειρά του. Επομένως, θα σας δώσω την ευκαιρία αυτή. Όσο οι Τούρκοι έρχονται εδώ, ο λαός της Θεσσαλονίκης θα δει ότι οι Τούρκοι δεν θέλουν να μας σκοτώσουν και ότι δεν θέλουν πόλεμο. Νοιώθουν ότι είναι πολύ κοντά ο ένας στον άλλον και ότι τα πράγματα αμβλύνονται. Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει μία διαφορετική ατμόσφαιρα τώρα».
Τι κι αν η δήλωσή του περί ‘μύθου’ του σφαγέα Ατατούρκ (γενοκτόνου της Μικράς Ασίας και εμπνευστή του… Χίτλερ) έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με την απόφαση της Ελληνικής Δημοκρατίας να αναγνωρίσει και επίσημα την Γενοκτονία του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας; Το μέτρο της πολιτικής ορθότητας για την τοπική εξουσία της Θεσσαλονίκης, δεν προσδιορίζεται πλέον από τους άξονες που έχει θέσει η ελληνική πολιτεία αλλά από τον τζίρο της τουριστικής διείσδυσης που επιχειρείται.
Την ίδια στιγμή, σε ό,τι αφορά στο Αιγαίο, και ιδίως στα νησιά που συνορεύουν με την Τουρκία, οι μέθοδοι της νεο-οθωμανικής επέκτασης είναι λιγότερο βελούδινες. Εκεί έχουμε να κάνουμε με τον ανοιχτό εκβιασμό του προσφυγικού ζητήματος, όπου το τουρκικό κράτος απειλεί την Ελλάδα και την Ε.Ε. να ακυρώσει εν τοις πράγμασι την περίφημη συμφωνία για το πάγωμα των προσφυγικών εισροών στην χώρα μας: Κι αν ο εκβιασμός απέναντι στην Ε.Ε. έχει ως αντικείμενο την συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, απέναντι στην Ελλάδα, σχετίζεται άμεσα με τις διαπραγματεύσεις στο Κυπριακό, και σε δεύτερο χρόνο θα επανέλθει σε ό,τι αφορά στις διεκδικήσεις στο Αιγαίο, τις γκρίζες ζώνες κ.ο.κ.
Τέλος, υπάρχει και το ζήτημα της Ηπείρου· εκεί η τουρκική στρατηγική ενορχηστρώνεται υποδαυλίζοντας τις αλβανικές διεκδικήσεις περί Τσάμικου: Μέσα από την προώθηση των αλβανικών διεκδικήσεων επιχειρείται η σχετικοποίηση της ελληνικής κυριαρχίας στην Ήπειρο, και η εγκατάσταση μουσουλμανικών πληθυσμών στο εσωτερικό της, προκειμένου να εξελιχθούν στο μέλλον σε ιμάντες μεταβίβασης της τουρκικής δικαιοδοσίας στην περιοχή. Για την εμπλοκή του Ερντογάν στις ελληνο-αλβανικές σχέσεις και την μόχλευση του ζητήματος των Τσάμηδων είχε μιλήσει προ μηνός περίπου [23/10/2016] στην εφημερίδα Καθημερινή, ο αντιπρόεδρος της αλβανικής βουλής, και πρόεδρος του Κόμματος Ένωσης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, Βαγγέλης Ντούλες:
«Διαθέτουν χρήμα, εξαγοράζουν ψήφους και βέβαια έχουν τη στήριξη της Τουρκίας. Μην ξεχνάτε ότι ο Ερντογάν κατά την επίσκεψή του στα Τίρανα, πέρα από την κυβερνητική και πολιτειακή ηγεσία, τον μόνο ηγέτη κόμματος που είδε ήταν ο Ιντρίζι», λέει στην «Κ» με νόημα ο Βαγγέλης Ντούλες επισημαίνοντας, όσον αφορά τον ρόλο της Τουρκίας στις χειμαζόμενες ελληνοαλβανικές σχέσεις, την καταγγελία πριν από λίγες μέρες του τέως πρωθυπουργού Σαλί Μπερίσα, ότι μια τρίτη ξένη δύναμη ήταν αυτή που τορπίλισε τη συμφωνία για την ΑΟΖ. Απλώς φωτογράφιζε τον Ερντογάν.
Όσο για τον βαθμό της εμπλοκής των Νεο-οθωμανών στην εσωτερική πολιτική ζωή της Αλβανίας, πέραν του γεγονότος ότι αποτελούν βασική εγγυήτρια δύναμη του κοσσοβάρικου κρατιδίου, και διατηρούν ταυτόχρονα ναυτική βάση στο Δυρράχιο, είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν φτάσει ακόμα και στο σημείο να… ‘ντύνουν’ τους Αλβανούς αστυνομικούς, με… πανομοιότυπες στολές με εκείνες της τουρκικής ασυτυνομίας! Το περιστατικό, δεν αποτελεί μόνον ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα του βαθμού της διείσδυσης που έχουν επιτύχει οι Νέο-οθωμανοί στο Αλβανικό κράτος, αλλά διατηρεί και πολύ έντονους ιστορικούς συμβολισμούς, καθώς θέλει να σηματοδοτήσει την ολική επαναφορά της ‘ειδικής σχέση’ που διατηρούσαν οι Τουρκαλβανοί με την Υψηλή Πύλη καθ’ όλη την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τους όρους του 21ου αιώνα βέβαια.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πολύ απλά, με τον ίδιο τρόπο που οι «φούσκες» της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, ο οικονομικός παρασιτισμός, το πελατειακό κράτος, το φαύλο πολιτικό σύστημα ‘έσκασαν’ το 2010 –οδηγώντας τη χώρα σε καθεστώς ξένης επιστασίας από την Γερμανική Ευρώπη, έτσι και τώρα ‘σκάει’ η «γεωπολιτική φούσκα» που είχε οικοδομήσει η κυριαρχία των εθνομηδενιστών στην ελληνική εξωτερική πολιτική, στα ΜΜΕ και τα πανεπιστήμια. Οι πρόσφατες εξελίξεις στο μέτωπο των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, δίνουν το σήμα ότι όλες αυτές οι αρνητικές εξελίξεις έχουν ωριμάσει και τείνουν να παράγουν πλέον διπλωματικό αποτέλεσμα: Το νέο κυπριακό μετα-κρατικό μόρφωμα που συζητείται στις διεθνείς διαπραγματεύσεις προορίζεται να αποτελέσει ‘πιλότο’ για την γενικευμένη εφαρμογή του πάνω σε ολόκληρο τον ελληνισμό τα επόμενα χρόνια. Οι όροι πάνω στους οποίους θα πατήσει αυτή η ‘γενίκευση’ του κυπριακού μοντέλου, προετοιμάζονται σταδιακά αλλά σταθερά ήδη από σήμερα.
Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να γίνουμε απολύτως ρεαλιστές: Σε αντίθεση με τα όσα  ισχυρίζονται οι «υπερθεματιστές» μιας συμφωνίας στο Κυπριακό, με προεξάρχοντα τον πρόεδρο Αναστασιάδη, ένα «ΟΧΙ» στην λύση που προετοιμάζεται θα οδηγήσει σε ‘πάγωμα’ αυτής της πολυπλόκαμης στρατηγικής που περιγράψαμε· και υπ’ αυτήν την έννοια θα λειτουργήσει σωτήρια για όλο τον ελληνισμό – έστω κι αν υπάρξουν κάποιοι πρόσκαιροι διπλωματικοί μικρο-κλυδωνισμοί που θα συνοδεύονται από τα απαραίτητα ‘γαυγίσματα’ των Νέο-Οθωμανών. Όλα αυτά είναι πολύ πιο ελέγξιμα από ελληνικής πλευράς, σε σχέση με τους ασκούς του Αιόλου που θα ανοίξουν στο ενδεχόμενο μιας διπλωματικής επιτυχίας της Άγκυρας στο Κυπριακό μέτωπο. Διότι τότε, θα έχει συντελεστεί η πρώτη πράξη του γεωπολιτικού νεο-οθωμανικού μνημονίου.
Σήμερα η Κύπρος, λοιπόν, αύριο όλη η Ελλάδα.
Άρδην 

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Παρά φύσιν ιδεολογία!


Παρά φύσιν ιδεολογία!

Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι,
για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.
(«Οι λύκοι», Κ.Παλαμάς)

Συνεπής στις ιδεοληπτικές τοποθετήσεις του, ο Νίκος Φίλης τράβηξε για μια ακόμα φορά επάνω του, τα φώτα της δημοσιότητας. Αν δεν είχε κάποιο θεσμικό ρόλο, θα ήταν απλά ένας ιδεοληπτικός πολίτης αυτής της χώρας. Όμως μοίρα κακή τον έχρισε να παριστάνει τον Υπουργό Παιδείας, στην κομβικότερη στιγμή της ιστορίας του έθνους.

Αυτή την φορά, το θολωμένο του μυαλό του είπε να τα βάλει με τη γλώσσα. Χαρακτήρισε «παρά φύσιν» την διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και γενικά παρουσιάζει μια διάθεση να κομίσει το πνεύμα αλλαγής που έχει φέρει η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και στη γλώσσα μας.

Είναι πλεονασμός θεωρώ να του θυμίσουμε την ομορφιά και την αδιάκοπη ιστορία της γλώσσας μας, τη γλώσσα που μιλάμε με τον ίδιο τρόπο από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα. Είναι επίσης πλεονασμός να του θυμίσουμε τα λόγια με τα οποία έχουν εκφραστεί μεγάλοι άνδρες γι’ αυτήν. Δεν μπορεί να τεθεί θέμα αμφισβήτησης της σημασίας της. 

Τίποτα όμως δεν είναι τυχαίο. Ο κος Φίλης, εξέχον μέλος της χειρότερης κυβέρνησης που έχει περάσει από αυτόν τον τόπο, είναι ο ενορχηστρωτής της επίθεσης στα ταυτοτικά στοιχεία του λαού μας, που μας συνέχουν ως έθνος. Με ύφος και ήθος κομισάριου, έχοντας ως δεξί, συγγνώμη, αριστερό του χέρι τον Αντώνη Λιάκο, πνευματικό πατέρα των Ρεπούση, Αναγνωστοπούλου, Δραγώνα και λοιπών της σχολής των αναθεωρητών της ιστορίας, συνεχίζει απτόητος το καταστροφικό του έργο. Ο ρόλος του καθοδηγητή που του έχει ανατεθεί δεν είναι νέος, αφού πριν την κάθοδό του στην πολιτική, υπήρξε διευθυντής στην εφημερίδα «Αυγή», την δημοσιογραφική ναυαρχίδα και κύριο εκφραστή της παρέας του 3%.

Στοχεύοντας στα παιδιά, στο μέλλον αυτού του τόπου, θέλει να ετοιμάσει τις επόμενες γενιές ασπόνδυλων πολιτών. Πολιτών αποκομμένων από τις ρίζες, το παρελθόν, τις παραδόσεις τους οι οποίοι, με τη σειρά τους, θα υποθηκεύσουν το μέλλον των επόμενων γενιών για περισσότερα από τα 99 χρόνια που η παρούσα κυβέρνηση υποθήκευσε τον τόπο μας.

Αφού θα έχει χτυπηθεί η γλώσσα, η ιστορία, η θρησκεία και ο πολιτισμός μας, οι ανέστιοι πολίτες της χώρας μας δεν θα νοιώθουν κανέναν δεσμό με τον τόπο τους, δεν θα αισθάνονται τίποτα γι’ αυτόν και έτσι ως άτομα αυθύπαρκτα, απομακρυσμένα από την κοινωνία προσώπων, θα είναι εύκολη λεία στα χέρια των κάθε λογής αρπακτικών που εποφθαλμιούν να διαλύσουν την πατρίδα μας και να την μετατρέψουν από χώρα σε χώρο. Δεν θα υπάρχουν αντιστασιακά αντανακλαστικά, δεν θα υπάρχει λόγος και διάθεση αντίστασης, μόνο υπακοή και υποταγή στα κελεύσματα των δανειστών μας και όποιων άλλων έχουν παρόμοια διάθεση. Οι Έλληνες φοβισμένοι και από την οικονομική λαίλαπα, θα γίνουν εθελόδουλοι για να σώσουν το τομάρι τους και μοιρολατρικά θα περιμένουν το τέλος…

Ο Φίλης και οι σύντροφοί του, ως θιασώτες της υλιστικής προσέγγισης των πραγμάτων, κατασκευάζουν εφήμερους, μαζοποιημένους ανθρώπους, εντελώς απομακρυσμένους από το επέκεινα, παγκοσμιοποιημένους πολίτες, μονάδες ενός πολυπολιτισμικού χυλού. Προτείνουν λιγότερο κόπο, ήσσονα προσπάθεια, εύκολη επιτυχία, ισοπεδωτική αντιμετώπιση των αδιάφορων μαθητών με αυτούς που ενδιαφέρονται και προσπαθούν.

Η κυβέρνηση με το πρόσφατο μνημόνιο που υπέγραψε απέδειξε στα αφεντικά της την πίστη της και υπενθύμισε για ποιο λόγο πρέπει να μείνει στην εξουσία. Γνωρίζοντας πως μετά απ’ τη λήξη της θητείας της, ακόμα και στο τέλος της τετραετίας να έρθει αυτή, δεν θα ξαναδεί εξουσία, προσπαθεί να συντομεύσει και να εφαρμόσει όλες τις νοσηρές σκέψεις και ιδεολογίες της, φανερώνοντας σε όλους τον νεοραγιαδισμό της και στους ψηφοφόρους της το έγκλημα που διέπραξαν.

Όπως είναι κατανοητό, αυτές οι πολιτικές οδηγούν μεγάλο μέρος του λαού σε ακραίες επιλογές και αυτό είναι θέμα που πολλοί παραβλέπουν. Το εκρηκτικό μείγμα που φτιάχνεται από τέτοιες πολιτικές μαζί με το ζήτημα της λαθρομετανάστευσης, που όπως φαίνεται σύντομα θα ξαναδούμε μπροστά μας με μεγαλύτερη ένταση, το δημογραφικό πρόβλημα που και αυτό διογκώνεται, καθώς και ο εθνομηδενισμός που εξυφαίνεται σε όλες τις επιλογές της θλιβερής κυβέρνησης, χτυπούν το καμπανάκι για τα μελλούμενα.

Η πατρίδα μας βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Όσο μένουν αυτοί πάνω, τόσο πλησιάζουμε την άβυσσο. Ας αντισταθούμε παντοιοτρόπως στα ύπουλα σχέδιά τους και ας παλέψουμε για να τους διώξουμε.

Κλείνοντας, ξανά ο Παλαμάς μας δείχνει τον δρόμο στα σχέδια του Φίλη και της παρέας του για τη σκύλευση της γλώσσας μας: «Για τη μητέρα γλώσσα μας τα λάβαρα κρατείστε»!

Ο Παναγιώτης Δ. Κωστόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα.

Είναι πτυχιούχος ιδιωτικής σχολής Τουριστικών και Ξενοδοχειακών επαγγελμάτων, απόφοιτος της σχολής «Οργάνωση και Τεχνολογία Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων» του Α.Τ.Ε.Ι. Πάτρας και πτυχιούχος της σχολής «Ελληνικού Πολιτισμού» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.
Άρθρα του έχον δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.
Εργάζεται ως τραπεζικός υπάλληλος σε ιδιωτικές Τράπεζες.

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Ο Θοδωρής, οι “53” και άλλα παραμύθια...


Ο Θοδωρής, οι “53” και άλλα παραμύθια...

Του Γιώργου Καραμπελιά
Εν τέλει το έκανε πάλι το θαύμα του ο «φίλος» μου ο Θοδωρής. Ο λόγος για τον υπουργό Ναυτιλίας, Θεόδωρο Δρίτσα, παλιό μου φίλο όντως, που τα κατάφερε πάλι να αναδείξει το «αντιστασιακό» πρόσωπο της κυβέρνησης με όλο αυτό το κομφούζιο της COSCO. Ο Πιτσιόρλας, ο Σταθάκης, και ο Τσίπρας, εν τέλει, υπογράφουν την παραχώρηση των λιμανιών και την εκχώρηση όλης της δημόσιας περιουσίας του ελληνικού κράτους, αλλά ο Θοδωρής «αντιστέκεται». Και μαζί του, βέβαια, όλη η «ψυχή» του Σύριζα, που αποδέχεται το ξεπούλημα «γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά».

Αυτό το παιχνίδι παίζεται ήδη από τον Ιανουάριο του 2015. Ο Τσίπρας ήταν διατεθειμένος να υπογράψει, αλλά ο Βαρουφάκης, ο Λαφαζάνης και η Ζωή αντιστέκονταν. Μέσα από ένα τέτοιο δίπολο συνεχιζόταν η εξαπάτηση και προς τις δύο κατευθύνσεις. Και προς την πλευρά των επιχειρήσεων, των δανειστών, των «νουνεχών» ψηφοφόρων, περνούσε το μήνυμα πως ο Τσίπρας επιθυμεί όντως την ομαλοποίηση της κατάστασης, αλλά δεν τον αφήνουν οι «ακραίοι» στο εσωτερικό του, και προς την πλευρά των αριστερών ψηφοφόρων κατασκευαζόταν το σενάριο αλλά και το βολικό άλλοθι της «αντίστασης». Στην πρώτη μεγάλη στροφή, όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, ακριβώς έναν χρόνο πριν, ο Τσίπρας υποχρεώθηκε να ξεφορτωθεί την πιο ριζοσπαστική πτέρυγα και να υπογράψει ένα νέο μνημόνιο με τις καταστροφικές συνέπειες που γνωρίζουμε.

Όμως, για να συνεχίσει να διατηρεί την εκλογική του δυναμική και να προσφέρει και ένα άλλοθι αγωνιστικότητας στους ψηφοφόρους που τον ακολουθούν, είχε και πάλι την ανάγκη της διαμόρφωσης ενός κάποιου διπόλου, έστω και ασθενέστερου. Και ελλείψει Λαφαζάνη και Ζωής, τον ρόλο της επαναστατικής, ή τουλάχιστον επιβραδυντικής των «μεταρρυθμίσεων», πτέρυγας, αναλαμβάνουν ο Πολάκης, ο Σπίρτζης και ο Δρίτσας. Το ξεπούλημα είναι τόσο απροκάλυπτο και τόσο χυδαίο ώστε και ο τελευταίος Συριζαίος έχει ανάγκη από ένα αντιστασιακό φύλο συκής. Ναι, εκχωρήσαμε το αεροδρόμια, αλλά ο Σπίρτζης «αντιστέκεται» στον… Πιτσιόρλα – εξάλλου την αντιστασιακή του στόφα καταδεικνύει και το πορτραίτο του Βελουχιώτη που κοσμεί το γραφείο του. Ο Πολάκης επιτίθεται στους «διεφθαρμένους» δικαστικούς και δημοσιογράφους, ενώ ο Δρίτσας «καθυστερεί» όσο μπορεί την εκχώρηση των λιμανιών της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Τελικά, βέβαια, και οι τράπεζες έκλεισαν και πουλήθηκαν στα ξένα funds, χάθηκαν 100 δισεκατομμύρια, κόπηκαν οι συντάξεις και εκχωρήθηκε ο εθνικός πλούτος και θεσμοθετήθηκε ο περιβόητος κόφτης. Αυτό είναι το τελικό αποτέλεσμα και αυτό είναι που μετράει. Και ο Πολάκης και ο Δρίτσας αποτελούν υπουργούς μιας κυβέρνησης «δωσιλόγων». Όμως αυτοί «αντιστέκονται». Και το τίμημα αυτού του θεάτρου του παραλόγου –που μοναδικό στόχο έχει την με κάθε τίμημα διατήρηση της εξουσίας– είναι υπέρογκο για τον ελληνικό λαό. Εάν τον Φεβρουάριο του 2015 ο λογαριασμός ανέβαινε στα 1 ή 2 δις ευρώ (κατά το περιβόητο «μέιλ Χαρδούβελη»), τον Ιούλιο του 2015, είχε ανέβει σε πολλές δεκάδες δισεκατομμυρίων και σήμερα έχει ξεπεράσει τα 100 δισεκατομμύρια. Οι πολίτες ασφυκτιούν και η χώρα έχει μεταβληθεί σ’ έναν αξιοθρήνητο επαίτη-προτεκτοράτο.

Εν τούτοις, το παιχνίδι της απάτης–«αυταπάτης» συνεχίζεται, επισωρεύοντας νέα και μεγαλύτερα κόστη, διότι, όπως πάντοτε συμβαίνει στην ιστορία, όλες οι ψευδοαντιστάσεις έχουν αρνητικές συνέπειες. Έτσι και οι καθυστερήσεις στα αεροδρόμια, στο Ελληνικό, στα λιμάνια, τη στιγμή που η κυβέρνηση έχει ήδη υπογράψει την εκχώρησή τους, έχουν προφανώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που δήθεν, ή πράγματι, επιδιώκουν ο Δρίτσας ή ο Σπίρτζης. Να δημιουργείται μια τεράστια πλειοψηφική βούληση στον ελληνικό λαό, του τύπου: «δώστε τα το ταχύτερο δυνατό ώστε να τελειώνουμε», και οι τελικές συμφωνίες να είναι πολύ πιο επώδυνες. Έτσι, το όντως ξεπούλημα του Ελληνικού, όταν αυτό έχει παραμείνει για πάνω από δέκα χρόνια σκουπιδότοπος, παύει πλέον να απασχολεί τους Έλληνες πολίτες και το μόνο που επιζητούν είναι «να το δώσουμε όσο-όσο και το ταχύτερο δυνατό». Το ίδιο συμβαίνει με τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, τις συγκοινωνίες, σύντομα με την ίδια τη ΔΕΗ. Μια και το δημόσιο είναι ανίκανο να τα διαχειριστεί στοιχειωδώς αποτελεσματικά, ας τα παραχωρήσουμε το ταχύτερο δυνατό, έστω και για μια μπουκιά ψωμί. Και αυτό το αποτέλεσμα της «αντιστασιακής» του τακτικής θα μπορούσε να το διαπιστώσει άμεσα ο Θ. Δρίτσας, εάν έθετε τη δημοτικότητά του στην κρίση των πολιτών. Πιθανότατα θα ήταν χαμηλότερη και από του Καμμένου.

Έτσι, ο κος Τσίπρας επιτυγχάνει με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια· και γίνεται αποδεκτός από τους Γερμανούς εταίρους του, από τα funds, τον κ. Σόρος (που εξάλλου αρθρογραφεί και στην Αυγή πλέον), τον Λάτση, ως «λογικός» και «συναινετικός», και, ταυτόχρονα, με εργαλείο την ψευδοαριστερή του πτέρυγα, εμφανίζεται και ως βιαζόμενος-αντιστεκόμενος. Γι’ αυτό και είναι υποχρεωμένος να κρατάει και να χρησιμοποιεί τον Πολάκη ή τον Δρίτσα, ως παραβάν για να καλύπτει τις πρακτικές της ανίκανης κυβέρνησής του, και όχι μόνο γιατί έχει ανάγκη τις ψήφους τους, στη Βουλή. Εξάλλου, στις ψηφοφορίες όλα τα κουκιά μετράνε το ίδιο και δεν έχει καμία σημασία αν είναι «βουτηγμένα στα δάκρυα». Και, μέχρι σήμερα, και ο «Θοδωρής» και οι άλλοι κρυπτόμενοι των «53», όπως ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος και ο Μάκης Μπαλαούρας, που «θα διαδήλωνε κατά της Cosco, αν δεν ήταν κυβέρνηση(!)», ψηφίζουν τα ίδια με τον Παπαχριστόπουλο, την Αυλωνίτου και κομπανία. Και τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς που παρίσταναν τους επαναστάτες.

Δεν θα πρέπει προφανώς να αποκλείεται –είναι το πιθανότερο– ότι, σε κάποια στιγμή, αύριο, όταν θα κλείνει ο κύκλος της διακυβέρνησης Σύριζα, ο Δρίτσας, ο Πολάκης και κάποιοι από τους περιβόητους «πενήντα τρεις», πιθανώς να ανακαλύψουν εκ νέου την επαναστατική τους φλέβα και να έλθουν σε ρήξη με τον Τσίπρα. Εξάλλου, κυβέρνηση δεν πρόκειται να ξαναδούν. Μέχρι τότε, όμως, θα έχουν συντηρήσει την πλειοψηφία των «εκατόν πενήντα τριών» που χρειάζονται η κυβέρνηση και ο Σόιμπλε, κρατώντας πάντα και το άλλοθι του αντιστεκομένου.

Δυστυχώς, όμως, για τον «Θοδωρή», στην πραγματικότητα, η ευθύνη του είναι πολύ μεγαλύτερη από του Τσίπρα και δεν αρκεί να του αναγνωρίζουμε ότι είναι «καλό παιδί». Διότι ο Τσίπρας, ένας τυχοδιωκτάκος ήταν που έπιασε την καλή. Οι άλλοι που για δεκαετίες βρίσκονταν στα πεζοδρόμια και στις «ευρωπορείες», φέρουν ακέραιη την ευθύνη για όλα. Συνεργώντας με τη συμμορία των σαλταδόρων του Μαξίμου, κατέστρεψαν τη χώρα τους και συκοφάντησαν κάθε έννοια δημόσιου χώρου, κοινωνικής ιδιοκτησίας κ.ο.κ. ενώ δήθεν αγωνίζονταν για να τα προασπίσουν. Διότι τα μετέβαλαν σε χαβούζες και έτσι όλοι οι πολίτες σε λίγο θα επικροτούν την πλήρη εκχώρησή τους στα ιδιωτικά συμφέροντα, μια και «έτσι τουλάχιστον θα λειτουργούν».

Παλιέ μου φίλε, δεν υπάρχει πλέον καμία διέξοδος. Το μεγάλο αδίκημα κατά της χώρας σου το έχεις διαπράξει. Δεν έφυγες έστω το καλοκαίρι του 2015, μαζί με τους άλλους συντρόφους σου.

Και ο συμφυρμός τυχοδιωκτών, σαλταδόρων και «καλών παιδιών» σε ένα ενιαίο σχήμα, η συμπόρευσή τους επί τόσα χρόνια σε ένα κόμμα και η μοιραία κοινή πορεία τους, αυτόν τον ενάμιση χρόνο της καταστροφής, έχει μια βασική αφετηρία, τον εθνομηδενισμό τους. Καθόλου τυχαία, από τη δεκαετία του 1970, συγκρουόμαστε πάνω στα «εθνικά θέματα». Γι’ αυτό, εδώ και δεκαετίες, χώρισαν οριστικά οι δρόμοι μας. Απεδείχθη, δυστυχώς, πως αν αδιαφορείς για την τύχη της χώρας σου, στο τέλος θα αδιαφορήσεις και για τους ανθρώπους της. Όλα τ’ άλλα δεν είναι πλέον αυταπάτες, αλλά απάτες. Όποιος λοιπόν θέλει, τουλάχιστον, πλέον, να σώσει την «ψυχή» του, έξοδος, τώρα.

Υ.Γ. Είχα δημοσιοποιήσει αυτό το κείμενο, όταν ο κ. Θεόδωρος Δρίτσας επιδόθηκε σε άνευ προηγουμένου παλινωδίες στη Βουλή για να ευτελίσει και πάλι τον εαυτό του, την κυβέρνηση και προπαντός τον ελληνικό λαό, υποχωρώντας ταπεινωτικά σε όλες τις αιτιάσεις και τα αιτήματα της COSCO, ενώ εν συνεχεία μας διαβεβαίωσε τηλεοπτικώς (στην τηλεόραση του SKAI το πρωί της 1ης Ιουλίου) ότι θα συνεχίσει τον “αγώνα” και δεν θα παραιτηθεί αδιαφορώντας ακόμα και για την “σωτηρία της ψυχής” του, όπως ελπίζαμε ότι θα κάνει. Επέλεξε δηλαδή να ταυτιστεί με τον γνωστό ήρωα της παλιάς ελληνικής ταινίας, ο “Ψευτοθόδωρος” – κρίμα γι’ αυτόν, διότι ο Ηλιόπουλος τουλάχιστον έπαιζε καλά.