Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική Ορθότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική Ορθότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Περί πολυπολιτισμού...


Δύο σημαντικά άρθρα του Τάκη Θεοδωρόπουλου για ένα πάντα επίκαιρο θέμα, που οφείλουμε να μελετήσουμε προσεκτικά...
ΔΕΕ


Είναι πολυπολιτισμική η ελληνική κοινωνία;
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ  26.11.2017

Τ​​ις προάλλες γαλλικό δικαστήριο αθώωσε τον συγγραφέα Πασκάλ Μπρικνέρ. Ηταν κατηγορούμενος για την προτροπή σε φυλετικό μίσος – ή κάπως έτσι τέλος πάντων. Η κατηγορία στηριζόταν σε μια δήλωση που είχε κάνει αμέσως μετά τη σφαγή στο Charlie Hebdo. «Δεν φτάνει να συλλάβουμε τους δολοφόνους. Πρέπει να ανοίξουμε και τον φάκελο των συνεργατών τους». Μάλιστα, χρησιμοποίησε την λέξη «collabos», λέξη που παραπέμπει στους δωσιλόγους της γερμανικής κατοχής. Εννοούσε ένα σύνολο από πολιτικούς, διανοούμενους, δημοσιογράφους οι οποίοι βαφτίζουν ισλαμοφοβία και ρατσισμό κάθε απόπειρα κριτικής σκέψης απέναντι στο επιθετικό πολιτικό Ισλάμ και προβληματίζονται για την πολυπολιτισμική σύνθεση της ευρωπαϊκής κοινωνίας.

Η πάντα καίρια Νατασά Πολονί έγραψε στη «Φιγκαρό»: «Οι μουσουλμάνοι δεν έρχονται για να αναλάβουν τον ρόλο του πολίτη της δημοκρατίας, αλλά για να επιβληθούν ως μουσουλμάνοι». Η Πολονί, που παραιτήθηκε από την εκπαίδευση νεότατη, είχε δηλώσει παλαιότερα στην «Καθημερινή»: «Είμαι αντιδραστική στον βαθμό που δεν δέχομαι τη νεωτερικότητα ως το απόλυτο Καλό και δεν θεωρώ ότι το παρόν είναι απαραιτήτως καλύτερο από το παρελθόν και το μέλλον». Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Πόλις" το δοκίμιό της με τίτλο «Τα χαμένα παιδιά μας», όπου διεκτραγωδεί την κατάσταση της μέσης εκπαίδευσης στη Γαλλία. Συνιστάται ως δυστυχής παρηγορία σε όσους Έλληνες εκπαιδευτικούς και γονείς δεν θέλουν να αισθάνονται μόνοι στον κόσμο τούτο.

Υπάρχουν και οι αντίθετες απόψεις. Όπως ο σημαντικός κοινωνιολόγος, πολύ γνωστός στην Ελλάδα, Εντγκάρ Μορέν, ο οποίος χαρακτήρισε τους μετανάστες τούς «νέους κολασμένους της εποχής μας» – προφανής παραπομπή στο «Εμπρός της γης οι κολασμένοι» της Τρίτης Διεθνούς. Στον χορό τους συγκαταλέγεται και ο Εντβί Πλενέλ, διευθυντής του ιστότοπου Médiapart, τον οποίον γελοιογράφησε το Charlie Hebdo σε ένα από τα εξώφυλλά του. Ας μην ξεχάσω και τον φίλο μας κ. Μελανσόν.

Όλα αυτά οδηγούν σε ένα συμπέρασμα. Η πολυπολιτισμική κοινωνία που στην προηγούμενη ιστορική περίοδο λειτουργούσε ως αδιαμφισβήτητη ηθική αρχή, μια σύγχρονη εκδοχή του απόλυτου «Καλού», αμφισβητείται. Ακόμη κι αν προσπαθήσουμε να παραμερίσουμε τον δικαιολογημένο φόβο των σφαγών του Μπατακλάν, του παντοπωλείου Κόσερ ή της Νίκαιας, των ισλαμιστών που δολοφονούν στα τυφλά στο όνομα του Θεού τους –δύσκολα παραμερίζεται, είναι η αλήθεια– το όνειρο της αρμονικής συνύπαρξης καταρρέει. Πώς μπορεί μια ανοικτή κοινωνία που στηρίζει την ύπαρξή της στην ανεξιθρησκία, στην εκκοσμικευμένη εκπαίδευση και στην ατομική ευθύνη του κάθε πολίτη να συμβιώσει με κοινότητες που προτάσσουν τη θρησκευτική τους πίστη και τα ήθη τους; Ανάμεσα σ’ αυτά τα τελευταία είναι και η περιφρόνηση της γυναίκας. Το υπενθυμίζει η δημοσιογράφος του Charlie Hebdo, Zineb El Rhazoui, μαροκινής καταγωγής, που επιβίωσε από τη σφαγή.

Και τώρα για εμάς εδώ να πούμε. Είναι η Ελλάδα πολυπολιτισμική κοινωνία; Είναι η Αθήνα πολυπολιτισμική πόλη; Για τους νεόπλουτους της πολιτικής ορθότητας που μεταφέρθηκε στα μέρη μας με χρονοκαθυστέρηση, μεταφρασμένη για να προσαρμοσθεί στους όρους ενός δημόσιου διαλόγου που μοιάζει με κοκορομαχία. Αν τολμήσεις να πεις ή να γράψεις ότι δεν είναι, κινδυνεύεις να βρεθείς κατηγορούμενος, όπως η αφεντιά μου για την αρθρογραφία μου. Κατηγορούμενος όχι στο βήμα των ιδεών. Κατηγορούμενος στο δικαστήριο.

Και σου λέει ο άλλος, ο «προοδευτικός», ο οποίος έμαθε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό σαν να διαβάζει κανόνες γραμματικής: Μα τόσοι μουσουλμάνοι κυκλοφορούν ανάμεσά μας ή εμείς κυκλοφορούμε ανάμεσά τους. Πρόσφυγες, μετανάστες, περαστικοί, μόνιμοι, υποψήφιοι μόνιμοι. Και κάθε μέρα έρχονται κι άλλοι. Τόσοι, πόσοι αλήθεια; Ουδείς γνωρίζει. Και τι κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Πού δουλεύουν; Πώς ζουν; Σε προηγούμενο σημείωμά μου είχα αναρωτηθεί τι κάνουν οι πληθυσμοί της υποσαχαρίου Αφρικής που στέκουν όρθιοι στις γωνίες της Πατησίων. Αναγνώστρια είχε σχολιάσει πως έχουν κουρεία. Και αυτοί που κουρεύονται στα κουρεία;

Δεν βλέπουμε αυτό που βλέπουμε. Δεν θέλουμε να δούμε αυτό που βλέπουμε. Η ελληνική κοινωνία δεν είναι πολυπολιτισμική. Είναι ένα συνονθύλευμα ετερόκλητων πληθυσμών και κοινοτήτων που διαγκωνίζονται για να βρουν μια θέση στο πεζοδρόμιο. Στην κυριολεξία. Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό για να το εμπιστευθούμε στους πολιτικούς.



Η Αθήνα δεν είναι πολυπολιτισμική
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ  26.12.2016

Τ​​ι εννοούμε όταν λέμε πολυπολιτισμική κοινωνία, ή πολυπολιτισμική πόλη; Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τη Γαλλία. Εκεί η σύνθεση που οδήγησε στη θεωρία της πολυπολιτισμικότητας στηρίχθηκε στο αποικιοκρατικό της παρελθόν. Πληθυσμοί της πρώην αυτοκρατορίας, από το Βιετνάμ ακόμη έως την Αλγερία, πληθυσμοί που μιλούσαν γαλλικά ως επί το πλείστον, συνέρρευσαν στο πρώην μητροπολιτικό κέντρο για να ενταχθούν στην κοινωνία του. Το πρώτο και βασικό στοιχείο της ένταξης ήταν η προσφορά εργασίας. Υπήρχε η άποψη πως αν η κοινωνία εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο ευημερίας η ένταξη θα λειτουργούσε παραμερίζοντας τα όποια χάσματα, κυρίως τα θρησκευτικά. Είναι μάλλον προφανές ότι η θεωρία αποδείχθηκε φενάκη. Τα παρισινά προάστια, που μετατράπηκαν σε γκέτο, έγιναν καύσιμη ύλη για το επιθετικό Ισλάμ και τον πόλεμο που κήρυξε κατά του Δυτικού Πολιτισμού.

Η πολιτική συζήτηση που ξέσπασε το καλοκαίρι γύρω από το «μπουρκίνι» είναι η απόδειξη πως τα ρήγματα παραμένουν ενεργά ακόμη και στο εσωτερικό μιας κοινωνίας που επαίρεται πως είναι πολυπολιτισμική. Η στρατολόγηση Γάλλων πολιτών από το Ισλαμικό Κράτος αποδεικνύει ότι ο ιμάμης της γειτονιάς μπορεί να είναι ισχυρότερος από τον δάσκαλο του εκκοσμικευμένου σχολείου. Και το Κοράνι υπερισχύει του Μπαλζάκ. Η γαλλική ταυτότητα, «ευτυχής» κατά τον Αλέν Ζιπέ ή «όχι», υπονομεύεται από τις ενοχές που καλλιεργεί ο πολιτισμικός σχετικισμός στην ψυχή του Δυτικού ανθρώπου. Ας μην ξεχνάμε πως επί μερικές δεκαετίες η ίδια η έννοια της «εθνικής ή πολιτισμικής ταυτότητας» ήταν απαγορευμένη για τον κυρίαρχο στην Ευρώπη προοδευτικό λυρισμό. Η Ελλάδα δεν είχε αποικίες. Είχε ελληνικές κοινότητες εκτός συνόρων, οι οποίες αναγκάστηκαν να ενταχθούν βιαίως στην ελληνική επικράτεια. «Βιαίως», κοινώς με τις χειρότερες δυνατές προϋποθέσεις. Παρ’ όλ’ αυτά, αποδέχθηκαν την ένταξή τους στους κανόνες μιας πολιτείας η οποία τους χρωστούσε, εν πολλοίς, τον ξεριζωμό τους. Μιλούσαν την ίδια γλώσσα, μοιράζονταν την ίδια Ιστορία και πίστευαν στον ίδιο Θεό. Γι’ αυτό όταν ακούω ότι οι κάτοικοι της Λέσβου περιέθαλψαν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες επειδή είχαν κι αυτοί εμπειρία της προσφυγιάς το ακούω ως ιστορικό ανέκδοτο. Όμως λέγεται στα σοβαρά. Ο δημοσιογραφικός λυρισμός ταυτίζεται στις επιδόσεις του με τον προοδευτικό.

Όσοι ήρθαν στη χώρα μας με το πρώτο κύμα μετανάστευσης, εξόριστοι του σοσιαλιστικού παραδείσου, εντάχθηκαν στην ελληνική κοινωνία, παρά την απειρία της και τις δικαιολογημένες έως ένα σημείο αντιστάσεις της. Εργάστηκαν, έκαναν περιουσίες, αγόρασαν διαμερίσματα και έστειλαν τα παιδιά τους σχολείο. Ο φίλος μου ο Γιάννης, όταν του είπα ότι τον είδα στον ΣΚΑΪ επειδή το περίπτερό του είναι δίπλα στο Everest όπου έγινε η έκρηξη, με ρώτησε μόνον αν τα ελληνικά του είναι καλά, κι αν έκανε κανένα λάθος. Θυμάμαι ακόμη τη δεκαεξάχρονη τότε Ντίνα, σε ένα σχολείο στην Καλαμάτα, που είχε γεννηθεί στην Αλβανία, ήταν η πρώτη μαθήτρια και ο πατέρας της παραπονιόταν στην καθηγήτρια ότι δεν διαβάζει αρκετά. Ήθελε να σπουδάσει φυσικομαθηματική και της άρεσε η ποίηση του Καββαδία.

Ανάμεσά τους υπήρχε και υπόκοσμος; Μαφίες και πορνεία; Ελάτε τώρα. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω.

Η μετανάστευση από τις πρώην χώρες του Σιδηρού Παραπετάσματος δεν έκανε την ελληνική κοινωνία πολυπολιτισμική, εν πάση περιπτώσει όπως αντιλαμβάνεται την πολυπολιτισμικότητα η Δυτική Ευρώπη. Δεν κάνουν την ελληνική κοινωνία πολυπολιτισμική ούτε τα κύματα των προσφύγων και οικονομικών μεταναστών που την έχουν πλημμυρίσει τα τελευταία χρόνια. Το εστιατόριο «Cabul» που άνοιξε απέναντι ακριβώς από τη βίλα Αμαλία, για την οποία ξοδεύτηκαν εκατομμύρια, έχει την ίδια σχέση με την πολυπολιτισμικότητα όση έχει ένα μιούζικαλ του Δαλιανίδη με τον Gene Kelly. Αλλο πολυπολιτισμική πόλη, όπως το Παρίσι ή το Λονδίνο, και άλλο πόλη όπου έχουν συρρεύσει πολλοί μετανάστες οι οποίοι ούτε να αποδεχθούν τους κανόνες της θέλουν, ούτε να ενταχθούν στη ζωή της μπορούν. Ευλόγως θα απορήσετε: μα για ποιους κανόνες μιλάς; Αυτούς που πρώτοι εμείς γράφουμε στα παλαιότερα των υποδημάτων μας;

Η πέραν της πλατείας Αμερικής περιοχή είναι γεμάτη από Αφρικανούς της υποσαχαρίου Αφρικής. Πώς ζουν όλοι αυτοί; Πού εργάζονται; Πορνεία και ναρκωτικά, σου λένε οι κάτοικοι. Ολη μέρα τους βλέπεις να συνομιλούν ή να καβγαδίζουν μεταξύ τους. Γύρω από την πλατεία Βικτωρίας έχουν ανοίξει καταστήματα «μεταναστευτικού ενδιαφέροντος» – κινητά μεταχειρισμένα, ψιλικατζίδικα με δύο πορτοκαλάδες, καφενεία. Ποια είναι η πελατεία τους; Οι 300.000 αδήλωτοι μετανάστες του κ. Μουζάλα;

Φίλε, Γιώργο Καμίνη. Σε άκουσα να αποκαλείς την Αθήνα «πολυπολιτισμική πόλη». Λυπάμαι πολύ, αλλά η Αθήνα δεν είναι πολυπολιτισμική. Είναι μια πόλη με πολλούς μετανάστες, περισσότερους από όσο μπορούν να αντέξουν οι χαλαρές δομές της και οι ανύπαρκτοι κανόνες τους. Και όσο κι αν σου συμπαρίσταμαι στη διένεξή σου με τον ανεκδιήγητο Τόσκα –επιτέλους άκουσα τη φωνή σου–, το πρόβλημα της Αθήνας δεν είναι μόνον πρόβλημα αστυνομίας.

Η υπερκατανάλωση της πολιτικής ορθότητας βλάπτει σοβαρά την κοινωνική υγεία. Ας αφήσουμε για λίγο κατά μέρος τα ανθρωπιστικά δάκρυα που μας φέρνει ο αδέσποτος Αφγανός και ας αναρωτηθούμε ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος, πού κοιμάται τη νύχτα και πού βρίσκει φαγητό. 
Κι ας μην ξεχνάμε ότι πολλά άτυπα κύτταρα κάνουν έναν βαρβάτο καρκίνο.


Δευτέρα 22 Μαΐου 2017

Καρτέλ εθνοαποδόμησης


Καρτέλ εθνοαποδόμησης

 Tου Γιώργου Ρακκά

Αυτήν την στιγμή, βρισκόμαστε εν μέσω μιας ακόμα επίθεσης του «ακαδημαϊκού καρτέλ» της εθνοαποδόμησης στο πολυτιμότερο «άυλο» δημόσιο αγαθό που διαθέτει σήμερα η ελληνική κοινωνία: την εθνική ταυτότητα και ιστορική της συνείδηση.

Επί δεκαετίες κυρίαρχο στα πανεπιστημιακά πράγματα, το δίκτυο των εθνοαποδομητών έχει ως ρητό και διακηρυγμένο στόχο να μεταβάλει όλες τις βαθμίδες της ελληνικής εκπαίδευσης σε «εργαστήρια» παραγωγής μιας νέας συνείδησης που θα πλήξει και ταυτόχρονα θα υπερβεί την ενότητα της κοινωνίας μας γύρω από την συνείδηση μιας ενιαίας πορείας, μιας κοινής ιστορικής εμπειρίας, και της αντίστοιχης πνευματικής της κληρονομιάς.

Τα επιχειρήματά τους είναι ως επί το πλείστον ιδεολογικού και όχι αμιγώς «επιστημονικού τύπου», όπως θέλουν να προβάλλουν οι ίδιοι: Ούτως ή άλλως, το κύμα του μεταμοντέρνου σχετικισμού έχει υπονομεύσει κάθε διάκριση μεταξύ των δύο, κι έτσι η ιδεοληψία μπορεί εύκολα να μεταβληθεί σε «μονταζιέρα» πηγών και ιστορικών γεγονότων με στόχο την προώθηση του τελικού εγχειρήματος: «Η ιστορική κουλτούρα μοιάζει με Τζουράσικ Παρκ», θα πει ο Αντώνης Λιάκος για την ιστορική μνήμη των Ελλήνων σε μια συνέντευξη προς την Εφημερίδα των Συντακτών τον Νοέμβριο του 2015, «εκεί που ταξινομείς τους σκελετούς των δεινοσαύρων, ξαφνικά μερικοί ζωντανεύουν και αρχίζουν και κυνηγούν τους ζωντανούς»· γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, συνεχίζει λίγο πιο κάτω, «το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η διαμόρφωση της εθνικής, αλλά της ιστορικής συνείδησης». Στόχος, σε πιο απλά λόγια, είναι να εκλείψει το εθνικό υποκείμενο της ιστορικής μας εμπειρίας ή αλλιώς, το να πάψει η εθνική μνήμη να είναι «κοινό» θεμέλιο στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας.

Πίσω από τα κορακίστικα των αφηγημάτων αυτού του ρεύματος, οι προθέσεις τους είναι εξόχως τρομακτικές: Από τις νύξεις τους ξεπροβάλλει ένας νέος, επικίνδυνος αυταρχισμός, που πλασάρεται ήπια, με προοδευτικό προφίλ. Οι άνθρωποι αυτοί, όντως, προσπαθούν να θέσουν σε εφαρμογή τις θεωρίες για το έθνος που διακινούν στις πανεπιστημιακές τους παραδόσεις: Αν το έθνος αποτελεί όπως ισχυρίζονται σόφισμα των κρατικών εκπαιδευτικών μηχανισμών για να ομογενοποιήσουν τους πληθυσμούς που θα τελούν υπό το νέο σχήμα κρατικής κυριαρχίας της νεωτερικότητας, τότε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης ο στόχος είναι να κατασκευάσουν οι ίδιοι, μέσω των εκπαιδευτικών μηχανισμών που ελέγχουν, μια νέα, υπερεθνική συνείδηση. 
Εξ ου και όλη αυτή η προβληματική που απευθύνουν στους επικριτές τους, ότι μόνο οι ιστορικοί πρέπει να έχουν λόγο επί της ιστορικής μνήμης ενός ολόκληρου λαού: Όταν οι θεωρίες για το «έθνος ως κατασκευή» συναντούν μια ιδεολογική και πολιτική αντίληψη πραξικοπηματισμού, σύμφωνα με την εάν η πολιτική εξουσία βρεθεί στα «σωστά χέρια» είναι σε θέση να παραγάγει εκ του μηδενός έναν νέο άνθρωπο, και μια νέα κοινωνία, τότε το αποτέλεσμα που βγαίνει είναι φρικιαστικό: 
Ιστορικοί σε θέσεις εξουσίας, ένα άτυπο «Υπουργείο Αλήθειας» για το οποίο η ιστορική συνείδηση της κοινωνίας είναι πλαστελίνη, και πλάθεται κατά το δοκούν. Τι παράδοξη ιστορική ρεβάνς από την εθνικοφροσύνη! Ένα εγχείρημα, μπορεί να διαφέρει ριζικά ως προς το περιεχόμενο, ωστόσο υιοθετεί τις… πρακτικές της, για την «από τα πάνω» μεταλλαγή των συνειδήσεων μέσω των κρατικών εκπαιδευτικών μηχανισμών.

Ποιό θα είναι το αποτέλεσμα αυτού του «πραξικοπήματος των ιστορικών»; Η πνευματική του λειτουργία είναι εξόχως υποβοηθητική ως προς την πολιτική που πλαισιώνει τις κυβερνητικές αλλαγές στην Παιδεία, καθώς με την αμφισβήτηση του ιστορικού βάθους που διατηρεί η ελληνική εθνική ταυτότητα, υπονομεύεται καίρια και καθοριστικά το σημαντικότερο, άυλο δημόσιο αγαθό που διατηρεί η ελληνική κοινωνία. Διότι στην πραγματικότητα, η τελευταία υπάρχει ακριβώς επειδή «κοινωνείται» αυτή η ταυτότητα ως «τρόπος», ιστορικό βίωμα. Είναι το πολιτισμικό φορτίο, η κοινότητα των αξιών που παράγει κοινωνική συνοχή. Εξάλλου η σύγχρονη αντίληψη της κοινωνικής ανθρωπολογίας για την εθνική ταυτότητα, έχει απορρίψει τις ανιστόρητες και εν τέλει αστείες τις θεωρίες για το έθνος ως κατασκευή, και υποστηρίζει αντίθετα ότι το έθνος αποτελεί την «κοινωνική οργάνωση της πολιτισμικής διαφοράς», που οδηγεί και στο έθνος κράτος.

Ωστόσο οι θεωρίες για το έθνος ως κατασκευή βρίσκουν τη στήριξή τους στην ευρύτερη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα που κυριαρχεί σήμερα στην χώρα μας ως αποικίας χρέους υπό επιτροπείαν. Η «πολιτισμική κοινωνία», δηλαδή η αντίληψή μιας κοινωνίας ως κοινότητας θεμελιωδών αξιών και υπαρξιακού νοήματος, είναι θεμελιωδώς ασύμβατη με τις προϋποθέσεις της «κοινωνίας της αγοράς». Σε αυτήν αντίθετα κυριαρχεί ο πολιτιστικός σχετικισμός, και η πολυπολιτισμικότητα ακριβώς γιατί «δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που λέγεται κοινωνία», όπως έλεγε και η Μάργκαρετ Θάτσερ, παρά μόνο σύμπτωση ατομικών συμφερόντων, με το κράτος να είναι απλώς υπεύθυνο για την διατήρηση της κοινής τους συνισταμένης.

Αυτό που προσπαθεί να θρυμματίσει το καρτέλ της εθναποδόμησης, είναι ακριβώς αυτό το «εμείς» που μεταβάλει την κοινωνία από το θατσερικό «πράγμα» σε μια συλλογική οντότητα. Αμφισβητεί, στο όνομα τάχα της αποκάθαρσής μας από την κλινικά νεκρή εδώ και τέσσερις δεκαετίες εθνικοφροσύνη, ό,τι πρόκειται για την «δική μας» ιστορία, που «διδάσκουμε» στις νέες γενιές.

Άραγε η στάση τους δεν δημιουργεί ένα πολύ βαθύ πρόβλημα δημοκρατίας; Ένα κράτος, η κυριαρχία του οποίου πηγάζει από τον λαό, δεν είναι υποχρεωμένο να αντανακλά το πολιτισμικό του φορτίο; Πόσο οικείος θα αισθάνεται ο αποξενωμένος από την ιστορική περιπέτεια αυτού του τόπου σε αυτόν τον «νέο Άνθρωπο», που επιθυμεί να κατασκευάσει το Υπουργείο Αλήθειας; Πόσο λαϊκό θα είναι ένα κράτος που θρυμματίζει την ενότητα εθνικής και ιστορικής συνείδησης; Πόσο δημοκρατικό θα είναι ένα σχολείο, που θεωρεί ότι μπορεί να κατασκευάζει εκ του μηδενός συνειδήσεις; Καθόλου. Εάν τα σχέδια του εθναποδομητικού καρτέλ ευοδωθούν, θα μιλάμε για ένα κράτος που στρέφεται ενάντια στην κοινωνία, καθώς αμφισβητεί την πνευματική της υπόσταση και αυτοδιάθεση, διεκδικώντας μάλιστα μονοπώλιο όχι μόνο στο τι θα πιστεύει, αλλά και στο πως.

Γίνεται άραγε σήμερα αντιληπτό, το τι διακυβεύεται σήμερα με την προώθηση αυτού του ιδεοληπτικού ‘σχεδίου’; Όχι. 
Κι αυτό γιατί το καρτέλ των εθνοαποδομητικών ιστορικών γνωρίζει καλά πως να θολώνει τα νερά, παίζοντας το παιχνίδι της ‘θυματοποίησης’, μιας και προέρχεται ως επί το πλείστον από την ‘ακαδημαϊκή’, και συνθηκολογημένη αριστερά. Έτσι, προσπαθούν με ρητορικά τεχνάσματα να προβάλλουν μια ‘μεταπραγματικότητα’: Αυτοί που διώκουν κάθε αντίθετη, και πολλές φορές πιο ολοκληρωμένη, άποψη στα πανεπιστήμια, εκείνοι που με ιεραποστολική ζέση περνούν ως οι χειρότεροι πανεπιστημιακοί πάτρωνες από δέκα κόσκινα, ακόμα και τον τελευταίο διορισμό έκτακτου καθηγητικού προσωπικού στα σχετικά τμήματα, καθώς και την τελευταία δημοσίευση διδάκτορα ή υποψήφιου διδάκτορα στις επιστημονικές επετηρίδες, οι κύριοι που τώρα διεκδικούν να μεταβάλουν τα προπαγανδιστικά αφηγήματα και την ιδεοληπτική τους μονταζιέρα σε «κρατική αλήθεια» παριστάνουν τάχα τους «διωκώμενους»;


Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Η Σώτη Τριανταφύλλου και η αστυνομία του λόγου


Αχ, αυτοί οι φιλελέφτ! Μη τυχόν και ξεφύγουν από την πολιτική ορθότητα (την οποία ο αρθρογράφος υπερασπίζεται: "Η πολιτική ορθότητα, ξεκίνησε σωστά αλλά...") και τους κατηγορήσουν! Θέλει να διαμαρτυρηθεί και αντί να ξεφωνίσει έγραψε ένα άρθρο-σούπα. Ο δρόμος για την Κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις, ως γνωστόν...
ΔΕΕ

Η Σώτη Τριανταφύλλου και 
η αστυνομία του λόγου
Του Γιάννη Σιδέρη

Η Σώτη Τριανταφύλλου θα δικαστεί για δημόσια υποκίνηση μίσους, με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο, γιατί ανέφερε – μια αμφιλεγόμενη – μια ρήση του Μάρκο Πόλο περί των μουσουλμάνων, ότι φανατικός μουσουλμάνος είναι αυτός που σου κόβει το κεφάλι και μετριοπαθής αυτός που σου κρατάει για να το κόψουν.
Θα μπορούσε ο ακατάλυτος φύλαξ της αντιρατσιστικής μας συνείδησης κ. Δημητράς να της απαντήσει με ένα άρθρο στην ίδια ιστοσελίδα, αλλά προτίμησε την δικαστική προσφυγή για να την φιμώσει. Όσοι εξέφραζαν επιφυλάξεις κατά την ψήφισή του, ότι ο εν λόγω νόμος μπορεί να γίνει εν δυνάμει εργαλείο στα χέρια φανατικών λογοκριτών, τώρα δικαιώνονται.
Με παρόμοιο νόμο είχε διωχθεί στη Γαλλία ο Γάλλος φιλόσοφος, ιστορικός και συγγραφέας Ροζέ Γκαρωντύ, επειδή αμφισβήτησε, όχι ακριβώς το ολοκαύτωμα, αλλά την έκταση που του αποδίδεται από τους «θεμελιώδεις μύθους της ισραηλινής πολιτικής». Ναι ήταν λάθος, αλλά ήταν λάθος γνώμης. Όμως η πολιτική ορθότητα, τέκνο της οποίας είναι ο αντιρατσιστικός, νόμος, δεν έχει ευαισθησίες περί την ελευθερία γνώμης! (μεταξύ σοβαρού και αστείου, θα λέγαμε ότι είναι απορίας άξιον που δεν διώχτηκε και ο Νίκος Φίλης, ως μη αποδεχόμενος τον όρο «Γενοκτονία» για τους Πόντιους)! 
Βέβαια δημόσια υποκίνηση βίας δεν είναι μόνο η φράση του Μάρκο Πόλο. Κάποιος άλλος ανησυχών πολίτης, οπαδός της ασφάλειας και της τάξεως, θα μπορούσε να στείλει στα δικαστήρια (παράδειγμα) στελέχη ομάδων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, επειδή έχουν στην ατζέντα τους, άρα εκφέρουν δημοσίως ρητορική υποκίνησης στη βία (λαϊκή βέβαια βία, αλλά για τους αρχάγγελους της ηθικής μας ευταξίας δεν έχει διαφορά).
Προς το παρόν πάντως οι κοινωνικοί εισαγγελείς καραδοκούν μονομερώς. Γράφει π.χ. ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης στη σελίδα του, στο Face book «Όταν μας βρίζανε αποκαλώντας μας νενέκους και γερμανοτσολιάδες, μας απειλούσαν με κρεμάλες, διέδιδαν ψευδείς δηλώσεις μας, καλούσαν «αγανακτισμένους» όπου μας βρουν να μας τσακίσουν, διέρρεαν ότι αυτοκτονήσαμε επειδή δεν αντέξαμε τη «λαϊκή οργή», δεν είδα τον κύριο Δημητρά –ή οποιονδήποτε άλλον – να καταθέσει μήνυση για υποκίνηση μίσους».
Αδιανόητο bullying από τους ζηλωτές της αντιρατσιστικής πολιτικής ορθότητας είχε υποστεί στα social media και η ποιήτρια Κική Δημουλά, επειδή είχε τολμήσει να υπονοήσει ότι η κατάσταση στην Κυψέλη είχε επιδεινωθεί με την μεγάλη έλευση μεταναστών. Στοχοποιήθηκε αγρίως, και κατηγορήθηκε για ρατσισμό και ξενοφοβία! Άλλωστε όποιος δεν αποδέχεται την ισοπεδωτική λογική της Πολιτικής Ορθότητας είναι εξ ορισμού… φασίστας! 

Σωστή αρχή
Η πολιτική ορθότητα, ξεκίνησε σωστά αλλά στη συνέχεια – όπως συχνά συμβαίνει με τις όμορφες ιδέες κατά την πραγμάτωσή τους - έπεσε στην δικαιοδοσία ανελεύθερων ιδεοληπτικών, που απαιτούν να επιβάλλουν την ομοιομορφία της σκέψης.
Ορίζεται ως εκείνη η συμπεριφορά που σαν σκοπό έχει να «αποφεύγονται φραστικές και πρακτικές που προσβάλλουν μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων». Αρχικά στις ΗΠΑ ήταν η ασπίδα για να προστατέψει καταπιεσμένες μειονότητες κοινωνικές, φυλετικές και εθνικές (π.χ μαύρους – συγνώμη έγχρωμους – ομοφυλόφιλους, λατινογενείς ή ασιάτες μετανάστες, κλπ), αλλά κατέληξε σε μια παράνοια: Απαγορεύει την έκφραση της σκέψης – όταν η σκέψη δεν αρέσει. Οι φορείς της λειτουργούν ως αστυνομία της σκέψης με στόχο να περιορίσουν την ελευθερία του λόγου.
Άπειρα τα παραδείγματα που δημιουργούν σχιζοειδείς καταστάσεις. Θα αναφερθούμε σε δύο: Πρόσφατα ένας διαδικτυακός φίλος, φρέσκος στη Ν.Υ., ξάφνιασε τον θυρωρό της Πολυκατοικίας όταν του ευχήθηκε «Χριστός Ανέστη». Ο θυρωρός του εξήγησε ότι η φράση έχει καταργηθεί και έχει αντικατασταθεί από το «χρόνια πολλά», γιατί το «Χριστός Ανέστη» μπορεί να θεωρηθεί… προσηλυτισμός! Παράλληλα το «που γεννηθήκατε» δεν είναι δόκιμο, γιατί μπορεί να υπονοεί αμφισβήτηση αμερικανικής καταγωγής!
Στη Σουηδία, θύμα της πολιτικής ορθότητας ήταν… ο ΤενΤέν, που μεταφέρθηκε από το τμήμα της παιδικής λογοτεχνίας στα ράφια για τους ενήλικες καθώς η περιπέτεια «Ο Τεντέν στο Κονγκό», κρίθηκε ότι βρίθει «ρατσιστικών στερεοτύπων» και είναι «υπόδειγμα αποικιοκρατικής νοοτροπίας».
Λογικό! Μια σκηνή στο κόμικ δείχνει τον Τεντέν να γίνεται φύλαρχος σε ένα αφρικανικό χωριό, επειδή είναι «ένας καλός λευκός άνθρωπος», και μια μαύρη γυναίκα να υποκλίνεται μπροστά του λέγοντας «Λευκός άνθρωπος πολύ σπουδαίος...». Το γεγονός ότι αφορά την εποχή του 1930 και αντανακλούσε το πνεύμα εκείνης της εποχής, δεν έχει σημασία! Πρέπει να παιδιά να αποστειρωθούν και από τη γνώση του τρόπου σκέψης προηγούμενων εποχών! 
Δεν είμαστε νομικοί, αλλά η δίκη της Σώτης Τριανταφύλλου, δεν θα είναι μια απλή δίκη. Θα κριθεί το δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης (ακόμη και το δικαίωμα στην ελευθερία της λάθος σκέψης και λάθος έκφρασης). Θα κριθεί επίσης και η παρεμβατική αυθαιρεσία των αστυνόμων της σκέψης και της έκφρασης, που απαιτούν αντιδημοκρατικά να μας επιβάλουν τη δική τους.

(Σημ. ΔΕΕ: Οι επισημάνσεις στο παραπάνω άρθρο είναι δικές μου).

Ενδιαφέρουσα η δήλωση της ίδιας της Σώτης Τριανταφύλλου, που δεν "μασάει" τα λόγια της με ψευτοευγένειες και μη-μου-άπτου φιλελέφτ αηδίες:

Μια σύντομη δήλωση για τη δίωξη

   

Η υπόθεση έχει μια φαιδρή πλευρά και μια σοβαρότερη: τη φαιδρή είτε τη βλέπει κανείς, είτε δεν τη βλέπει. Όσο για τη σοβαρή δεν σχετίζεται με το τι είπε ή τι δεν είπε ο …Μάρκο Πόλο, αλλά με το αν έχω δικαίωμα να εκφράζω τη γνώμη μου, έστω κι αν είναι μειονοτική ή ενοχλητική.

Στο συγκεκριμένο πρόβλημα την έχω εκφράσει σε πλήθος άρθρων καθώς και στο δοκίμιο «Πλουραλισμός, πολυπολιτισμικότητα, ένταξη, αφομοίωση». Ο ενάγων ίσως έβρισκε πολύ περισσότερες αφορμές να εξοργιστεί στο βιβλίο απ’ ό,τι στο άρθρο. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι είναι οκνηροί: διατρέχουν στα γρήγορα ένα αρθρίδιο, αλλά τους πέφτει πολύ να μελετήσουν ένα βιβλίο 400 σελίδων.

Για το περιεχόμενο του βιβλίου και των άρθρων μπορούμε να συζητάμε επί μακρόν, αλλά δεν είναι αυτό το επίδικο θέμα. Ωστόσο, επισημαίνω με την ευκαιρία ότι το Ισλάμ δεν είναι φυλή ώστε να τίθεται ζήτημα ρατσισμού: είναι θρησκεία και μάλιστα θρησκεία με πολιτικό πρόγραμμα. Πολλοί άνθρωποι ταυτίζουν τη φυλή με τη θρησκεία ― η ανάλυση είναι λανθασμένη από την αφετηρία της.

Δεν είναι το μοναδικό λάθος: οι πολιτικώς ορθοί ― οι οποίοι είναι κάθε άλλο παρά «ορθοί» ― τροφοδοτούν με τον φανατισμό τους ρατσιστικά, ομοφοβικά και κοινωνικά υπερσυντηρητικά αισθήματα και εκδηλώσεις.

Δεν πρόκειται να υποχωρήσω ― είμαι αυτή που είμαι και πιστεύω αυτά που πιστεύω. Και δεν αναζητώ ούτε οπαδούς, ούτε θαυμαστές ώστε να κάνω συμβιβασμούς. 

See you in court.