Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Η κατεδάφιση της Εκπαίδευσης (1)


Τα σχέδια της υπουργού παιδείας Άννας Διαμαντοπούλου

Η χώρα μας, ευρισκόμενη πλέον σε συνθήκες πτώχευσης, αντιμετωπίζει καταφανώς θέμα περιορισμού της εθνικής της κυριαρχίας. Οι μέρες της κρίσης κατέδειξαν και στον πιο αφελή την οικονομική εξουσία του Διευθυντηρίου της Ε.Ε. με κέντρο βάρους τα γερμανικά συμφέροντα που επιβάλλονται με τον πιο απεχθή τρόπο στις χώρες της περιφέρειας. Η γερμανική οικονομική ηγεμονία στις αποικίες της, σε συμπόρευση με τα γεωπολιτικά συμφέροντα των Αγγλοαμερικάνων στην περιοχή της Ν. Ανατολικής Μεσογείου, αποτελούν τις βασικές συνιστώσες που, για όλη την επόμενη περίοδο, θα καθορίσουν τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα μας.
Το νέο αυτό πλαίσιο απαιτεί το ανάλογο «υπηρετικό πολιτικό προσωπικό» σε όλο το φάσμα των κοινοβουλευτικών κομμάτων με ιδιαίτερη έμφαση στα μεγάλα κόμματα –αμφίβολο το κατά πόσο θα παραμείνουν μεγάλα– αλλά και τους «οργανικούς διανοούμενους» που προετοιμάζουν εδώ και χρόνια την μετάβαση στην νέα «εκσυγχρονιστική» πραγματικότητα. Το κύριο μέρος αυτών των κατ’ ευφημισμό διανοούμενων υπηρετούν στα ΜΜΕ, στα ελληνικά παν/μια και στα υπουργεία.
Μια από τις ιδεολογικές κατασκευές των αποτελεί σήμερα το επονομαζόμενο «Νέο Σχολείο» και οι κατ’ ευφημισμό μεταρρυθμίσεις στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Η εκπαίδευση άλλωστε δεν είναι παρά ο μεγαλύτερος μηχανισμός μύησης στα κελεύσματα της νέας εποχής, αφού προωθεί την προσαρμογή του κάθε μαθητή στην επονομαζόμενη «κοινή κουλτούρα» μέσα από το εργαλειακό εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος.
Η πρώτη βασική μεταρρύθμιση που εξυφαίνεται ενόψει της νέας σχολικής χρονιάς είναι η επέκταση του ωραρίου του ολοήμερου σχολείου μέχρι τις 5 το απόγευμα με το σκεπτικό της ενοποίησης του σχολικού χρόνου, ούτως ώστε ο μαθητής να μην μεταφέρει σχολικές υποχρεώσεις στο σπίτι. Η ρύθμιση αυτή επιχειρείται σε σχολεία χωρίς βασικές υποδομές, φαίνεται δε πως εξυπηρετεί κυρίως τις ανάγκες μείωσης των δαπανών για την παιδεία –κατά 500 εκατ. € στην πρώτη δέσμη μέτρων της κυβέρνησης. Αυτό θα επιτευχθεί με την επέκταση του ωραρίου των μονίμων καθηγητών στις ώρες εκείνες πως έως τώρα καλύπτονταν από αναπληρωτές και ωρομίσθιους, πολλοί από τους οποίους θα οδηγηθούν πιθανά στην ανεργία. Αποτελεί βέβαια ζητούμενο το κατά πόσο οι δάσκαλοι μετά τις μισθολογικές τους περικοπές –από τα πρόσφατα μέτρα– θα ανταποκριθούν στην επέκταση του εργάσιμου χρόνου τους και κατά πόσο οι μαθητές των δημοτικών θα έχουν τις αντοχές να παραμείνουν τόσες ώρες στο χώρο του σχολείου.
Μια επόμενη μεταρρύθμιση είναι αυτή της επέκτασης των αγγλικών στην 1η Δημοτικού σε συνδυασμό με τη διεύρυνση και της διδασκαλίας της δεύτερης ξένης γλώσσας. Είναι εν πολλοίς γνωστό πως μια από τις βασικές επιδιώξεις των εθνομηδενιστών είναι η αποδόμηση της ελληνικής γλώσσας κάτι που σταδιακά επιτεύχθηκε με την περιθωριοποίηση και την ελλιπή διδασκαλία των αρχαίων και της γλώσσας σε συνδυασμό με την ισοπεδωτική κυριαρχία της εικόνας και των τηλεοπτικών προτύπων στα παιδιά. Η επέκταση της διδασκαλίας των αγγλικών βασίζεται σε μελέτες του Καποδιστριακού Παν/μίου που αναφέρουν τη συμβολή της ξένης γλώσσας στην ανάπτυξη των επικοινωνιακών ικανοτήτων των νέων, στην ψυχο-συναισθηματική του συγκρότηση, αλλά και στην αφύπνιση της διαπολιτισμικής συνείδησης στην νέα πολυπολιτισμική κοινωνία. Αυτό όμως που δεν αναφέρει η συγκεκριμένη μελέτη είναι η σύγχυση που θα δημιουργηθεί στους μαθητές και η δυσκολία που θα αντιμετωπίσουν στην ουσιαστική εκμάθηση της ανάγνωσης και της γραφής της μητρικής τους γλώσσας. Μια τέτοια δυσχέρεια από τα πρώτα σχολικά χρόνια θα έχει αρνητική συνέπεια στη σκέψη και στην έκφρασή τους καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής τους ασχέτως των όποιων πιστοποιητικών γλωσσομάθειας αποκτήσουν.
Μια τρίτη μεταρρύθμιση είναι αυτή του Ψηφιακού Σχολείου, αφού τα σχέδια για το νέο σχολείο προβλέπουν την εισαγωγή διαδραστικών πινάκων, επέκταση των ευρυζωνικών δικτύων και του γρήγορου διαδικτύου, ψηφιοποίηση των βιβλίων με απώτερο στόχο τη σταδιακή κατάργηση των βιβλίων, αφού ο κάθε δάσκαλος θα έχει τη δυνατότητα να επιλέγει από ένα πλήθος πηγών το περιεχόμενο της διδασκαλίας του! Το ψηφιακό σχολείο σε μια χώρα με κατεστραμμένη παραγωγή δεν είναι παρά ένα πολύ ενδιαφέρον «ντηλ» με τις πολυεθνικές της πληροφορικής –λέγε με Μάικροσοφτ– οι οποίες θα αναλάβουν για μια ακόμα φορά προμήθειες εξοπλισμού, σε συνέχεια των εκατομμυρίων που δαπανήθηκαν για την χορήγηση λάπτοπ σε μαθητές Γυμνασίου από την προηγούμενη κυβέρνηση χωρίς κανένα απολύτως αντίκρισμα.
Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκονται και τα διαθεματικά προγράμματα της ευέλικτης ζώνης του ολοήμερου για την αειφορία, την αγωγή υγείας, την αγωγή του καταναλωτή όπου το κομμάτι της πολιτιστικής αγωγής φωτογραφίζει συμφωνίες του υπουργείου με το Μέγαρο Μουσικής και το γνωστό Ίδρυμα που θα αναλάβει σε συνθήκες πτώχευσης την πολιτιστική επιμόρφωση των ελληνοπαίδων στο σχολικό χώρο!
Τέλος, ο εκσυγχρονισμός του σχολείου σε αγαστή σύμπνοια με τις Βρυξέλλες και το όραμα της πολυπολιτισμικής κοινωνικής απορρύθμισης, οδηγείται με τη συμβολή της προσφιλούς κας Δραγώνα, στην επέκταση των προγραμμάτων επιμόρφωσης για τους μουσουλμανόπαιδες της Θράκης, για τους Τσιγγάνους και στη διαμόρφωση «Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας» με ολοκληρωμένες υποστηρικτικές δράσεις για μετανάστες με τάξεις υποδοχής, ενισχυτική διδασκαλία κ.ο.κ, συνολικού προϋπολογισμού που υπερβαίνει τα 40 εκατ. €.
Αντί το σχολείο να αποτελέσει το κύτταρο διαμόρφωσης μιας νέας συνειδητοποίησης που έχει ανάγκη ο τόπος για να πορευτεί σε τόσο δύσκολους καιρούς, τείνει να γίνει πεδίο άσκησης ερασιτεχνών πολιτικών και κάθε λογής επιτήδειων κερδοσκόπων. Το όραμα για την παιδεία δεν είναι παρά όραμα κοινωνίας που σηματοδοτεί το μέλλον ενός έθνους. Σε συνθήκες πολλαπλής κρίσης (οικονομικής, κοινωνικής, οικολογικής και ανθρωπολογικής) που διάγει η χώρα μας η μόνη δυνατότητα επιβίωσής μας θα ήταν ο εκσυγχρονισμός της παράδοσής μας και η σύνδεσή της με τις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε.
Αυτό θα σήμαινε αναμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων έτσι ώστε, με κοπιαστική μελέτη και σπουδή, ο μαθητής να μαθαίνει να γράφει, να διαβάζει, να υπολογίζει και να εκφράζεται σωστά, να γνωρίσει τις βασικές πτυχές της Ιστορίας του πολιτισμού και της πίστης μας. Παράλληλα να εξασκεί τις πρακτικές του δεξιότητες φροντίζοντας και παρεμβαίνοντας οικολογικά στον σχολικό χώρο και στον τόπο του, τα οποία θα πρέπει κατ’ αρχήν να αγαπήσει. Αυτό όμως προϋποθέτει δασκάλους-παιδαγωγούς που πιστεύουν βαθιά στην παιδευτική αξία του μαθήματος το οποίο και θέλουν να το μεταδώσουν στους μαθητές τους. Ο δάσκαλος και εν γένει ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να γίνει, μέσα από το παράδειγμα της ζωής του, η χαμένη «αυθεντία» και το κοινωνικό πρότυπο που τόσο πολύ έχουν ανάγκη τα νέα παιδιά. Πρέπει να γίνει κατανοητό σε όλους ότι η Πολιτεία διά των δασκάλων της είναι αυτή που παιδαγωγεί, και αυτό προϋποθέτει παροχή ποιοτικών και ποσοτικών γνώσεων και όχι εκσυγχρονιστικά ευφυολογήματα του τύπου «πρώτα ο μαθητής» ή «το νέο σχολείο που μαθαίνει στον μαθητή να μαθαίνει». Αυτές οι κενές περιεχομένου προτάσεις δήθεν ελευθεριότητας και προοδευτικότητας οδηγούν στη γενίκευση της αμάθειας, στην απόκτηση περιστασιακών και κατακερματισμένων γνώσεων–πληροφοριών που είναι αδύνατον να συνδεθούν μεταξύ τους. Είναι το πλαίσιο μια παιδείας που προετοιμάζει τους ατομικοποιημένους καταναλωτές μιας αποικίας των ισχυρών στο πλαίσιο της νεο-οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια.

Πηγή: Εφημ. «Ρήξη» φ. 62 (01/04/2010)

Δεν υπάρχουν σχόλια: