Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Ρουσσώ των ανθρώπων και Ρουσό των καβουριών


Με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια πολλοί αριστεροί "ανένηψαν" και άρχισαν να αντιλαμβάνονται την καταστρεπτική μαρξιστική νοοτροπία και συνθηματολογία που κατέκλυσε την χώρα μετά την Μεταπολίτευση, με αποτέλεσμα αργά, αλλά σταθερά να διολισθήσουμε στην σημερινή κατάντια με κατεστραμμένο τον κοινωνικό ιστό, με διαλυμένη την Οικονομία και τις κρατικές δομές, με ευτελισμένη την Παιδεία και την εκπαίδευση, με διάχυτη την παρακμή και γενικευμένο τον εκφυλισμό όλων των Αξιών. Τώρα, κατόπιν εορτής, καταγγέλλουν αυτά τα φαινόμενα. Κάτι είναι κι αυτό...
ΔΕΕ

Ρουσσώ των ανθρώπων 
και Ρουσό των καβουριών
ΣΑΚΕΛΛΑΡΗΣ ΣΚΟΥΜΠΟΥΡΔΗΣ

Α
νάμεσα στα ευάριθμα λεπτοχρυσοποίκιλτα κοσμήματα που ομορφαίνουν τη δημόσια σφαίρα, πότε πότε κάποια διαμαντάκια δεν περνάνε απαρατήρητα. Προσπαθούμε εδώ να συνθέσουμε δύο από αυτά, ώστε, με κάποια δημιουργική επέμβαση στην ουσία τους, να βγάλουμε κάποιο δευτερογενές συμπέρασμα γενικής χρήσης.

Το πρώτο μας μύησε πρόσφατα στην άγνωστη παραβολή με τα καβούρια στον κουβά του ψαρά. Όταν το ένα πήγε να βγει έξω, για να δραπετεύσει και να διασωθεί, τότε ο ψαράς δεν ανησύχησε. Πόνταρε στην «κακία» των άλλων καβουριών, που δεν θα το άφηναν να πετύχει την διαφυγή του. Θα το τράβαγαν μέσα, να μην ξεφύγει από την κοινή μοίρα όλων τους… Αξίζει να (ξανα)διαβάσετε όλο το κείμενο «Τα καβούρια», της Αγγελικής Κοσμοπούλου από την ενθάδε στήλη της «Στο δρόμο». Θα συμφωνήσετε ότι σαν να κρύβεται εντός του μια αλήθεια πικρή για όλους εμάς τους τίμιους τσιφτετέλληνες.
Η Άννα Δαμιανίδη, είναι γνωστή από τη δική της στήλη «Βόλτα στην Αθήνα» (που μας αποκαλύπτει εδώ τις άγνωστες μικρές ομορφιές του Ελεεινού Άστεος), όπως και από την αρθρογραφία της στην «Εφημερίδα των συντακτών». Προχτές έγραψε «Μήπως φταίει ο Ρουσό;», ως αντίλεκτο, απέναντι στην τολμηρή θέση του Νίκου Δήμου («Η ολέθρια επιρροή της Γαλλίας». Εκεί ο Ν.Δ. ισχυριζόταν πως για τη μιζέρια μας υπεύθυνη είναι η γαλλική διανόηση (και επ’ αυτού, κάπως, ο μύθος έχει νουν αληθείας, που θα ‘λεγε κι ο Κάλβος).

Το σκότωμα της ορθογραφίας για «πρόοδο» και για χρεωκοπία
Προβάλλοντας το κείμενό της στα κοινωνικά δίκτυα, μου τράβηξε την προσοχή, ως συνήθως. Στον υπέρτιτλο έδειχνε μια ενόχληση, επειδή προφανώς οι διορθωτές τής άλλαξαν το «Ρουσσώ» και το έκαναν «Ρουσό». Επειδή από καιρό θέλω να τα πω κι εγώ, σχετικά με την εξαθλιωτική υπεραπλούστευση της ορθογραφίας των ξένων λέξεων, εκεί, από κάτω, συμφωνώντας με τον προβληματισμό της, αυτό το επισχολίασα ως εξής:
«Το διακύβευμα είναι η επικοινωνία με τις άλλες γλώσσες (και τους άλλους λαούς), δια της ετυμολόγησης που αποκαλύπτει η ορθογραφία... Απλώς, λοιπόν, ποτέ δεν παύουμε επίμονα να γράφουμε Λωζάννη και Ρουσσώ, κουράζοντας τους διορθωτές, που πλέον μας συνήθισαν, γιατί κατάλαβαν πως έχουμε δίκιο. Δεν έχει κλείσει ακόμα αυτό το θέμα, παρότι έχουν περάσει δεκαετίες με τούτη την αυτιστική ορθογραφία».
Η Λωζάννη είναι Lausanne και ο Ρουσσώ είναι Rousseau, ενώ ο Γκοντό (που επικαλεστήκαμε τις προάλλες) είναι Godot. Οπότε με το Λοζάνη και το Ρουσό χάνεις κάθε ακουστική και ορθολογική επαφή με τις διεθνείς λέξεις και τη ρίζα τους. Χάνεις και την δυνατότητα να υποψιαστείς πώς προφέρονται, πούθε έρχονται και τι σημαίνουν, έτσι και βρεθείς στην Εσπερία… Τα ίδια παθαίνουν όλες οι χιλιάδες ελληνοποιημένες ξένες λέξεις, την ορθογραφία των οποίων απλουστεύουμε στο έπακρο με πνεύμα στυγνού Ιωτακισμού.

Έτσι παύουν οι λέξεις και οι έννοιες να γίνονται αντικείμενο λογικής επεξεργασίας, για όποιον θέλει να κατανοήσει την Άλλη γλώσσα. Συνεπώς, είμαστε που είμαστε φοβικοί και εσωστρεφείς τσουρούτηδες, κλείνουν κι άλλο οι πόρτες της επικοινωνίας μας με τους άλλους λαούς. Και τούτο συμβαίνει στη μέση της παγκοσμιοποίησης, που άλλωστε τόσο λατρεύουμε να μισούμε… Να ένα ακόμα κίνητρο για να εθνολαϊκιστούμε έτι περαιτέρω.
Ας μην διστάσουμε να προχωρήσουμε τον συλλογισμό. Το πνεύμα μετά την Χούντα ήταν «Σκοτώστε τα Αρχαία Ελληνικά», για να μην κουράζονται τα παιδιά, σκοτώστε τον εκπαιδευτικό αυταρχισμό, είναι φασίστας όποιος θέλει αυστηρά να μας μάθει κάτι παραπάνω κτλ. Και η μεταρρύθμιση Ράλλη το 1977 υπάκουσε. Πέρα από την αναγκαία καθιέρωση της Δημοτικής, καταργήθηκαν και τα Αρχαία Ελληνικά…
Σε όλα ερχόταν η δημοκρατική λιγότερη προσπάθεια. Η μάθηση λιγόστευε, το δημοκρατικό «Πέντε» έγινε θεσμός (για να μην χάνει χρονιά το παιδί του εργάτη, λέμε τώρα…), οι εξεταστικές περίοδοι πολλαπλασιάζονταν. Μόλις δε εγκαταστάθηκε ο κυβερνών Παπανδρεϊσμός, ήρθαν τα σκληρά. Καταργήθηκαν άμεσα τα Πρότυπα σχολεία και εγκαθιδρύθηκε το έκτρωμα «Νόμος Πλαίσιο για τα ΑΕΙ».
Τότε επιβαλλόταν παντού η εκδίκηση της γυφτιάς. Αντί η νέα κυβέρνηση να κόψει μαχαίρι το παλαιοκομματικό παρακράτος της Δεξιάς, ώρθωσε το πιο σύνθετο δικό της παρακράτος. Η Δημόσια Διοίκηση, υπό τον εμπνευσμένο Κουτσογιωργισμό, αλωνόταν με την διάχυση του εκδημοκρατισμού της διαφθοράς.
Μαζί, λοιπόν, ήρθε και η διαχρονική έκτοτε αθλιότητα της λιγότερης παιδείας παντού και της πελατειακής συνδιαλλαγής διδασκόντων διδασκομένων στα ΑΕΙ, σταδιακά εμπλουτιζόμενη με νέες λουλουδιές της ξεγνοιασιάς και της προόδου. Σήμερα πια είχαμε φτάσει να έχουμε στο πέμπτο έτος φοιτητές που δεν έχουνε ποτέ περάσει μάθημα…
Αυτό το τοξικό στάτους δεν είναι άσχετο από την σήψη που έφερε τη χρεωκοπία. Και ανασχέθηκε επί τέλους πρόσφατα, με τον («μνημονιακό» χε, χε) νόμο Διαμαντοπούλου. Όχι όμως για πολύ, τώρα ήρθε ο κ. Μπαλτάς και μας ξαναγυρίζει στο στάτους κβο της μαύρης αντίδρασης. Σταματάμε εδώ. Περισσότερα έχουνε ήδη ευκρινώς περιγράψει άλλοι αρμοδιότεροι.

Κάτω τα Πρότυπα Σχολεία
Είχα την τύχη να βγάλω το Εξατάξιο Γυμνάσιο σε ένα καλό πρότυπο δημόσιο σχολείο, όπου βρισκόταν η αφρόκρεμα των καθηγητών. Εντός εδραζόταν και το «Διδασκαλείο Μέσης Εκπαιδεύσεως», κάτι σαν το «Παιδαγωγικό Ινστιτούτο» της εποχής. Έδιναν τότε εισαγωγικές εξετάσεις 1500 παιδιά και πέρναγαν 120, ανάμεικτης οικονομικής και κοινωνικής προέλευσης. Μετά από έξη χρόνια, σπάνια έμενε κανείς εκτός ΑΕΙ…
Ενδεικτικά ας αναφέρουμε ότι το μεγάλο ατού του σχολείου μας ήταν η ευρεία πρόσληψη γενικής παιδείας.
Στην Πρώτη όλοι ήξεραν όλα τα αρχαία ανώμαλα ρήματα. Στη Δευτέρα μάθαμε γιατί το «μπάνιο» είναι αντιδάνεια ελληνική λέξη, πώς δημιουργήθηκαν οι δασείες, πότε σιγάται το Δίγαμμα και γιατί η ευκτική του ίημι «ιείην» προέρχεται από το σανσκριτικό πρόσφυμα ji, το θέμα je και την κατάληξη jen. Τα μαθηματικά ήταν μια γιορτή, ιδιαίτερα όταν ανέβαινε ο τζόγος με δύσκολες ασκήσεις και θεωρητικά ζητήματα. Φιλοσοφικές κουβέντες εμπλούτιζαν τα Θρησκευτικά.
Δεν έλειπαν και άτυπες διασχολικές συνεργασίες με άλλα πρότυπα, όπου κρυφά διοργανώνονταν εκδηλώσεις αντιδικτατορικού περιεχομένου, στις σκληρές μέρες μετά το Πολυτεχνείο. Όλοι διδάσκονταν καλά το κατιτίς περισσότερο, τόσο στα κύρια όσο και τα δευτερεύοντα μαθήματα, όπου η μάθηση ήταν σαν ένα απολαυστικό παιγνίδι.
Πρακτικό και κλασικό χωρίζονταν στην Πέμπτη, ώστε να κάνουν λατινικά και οι (περισσότεροι) πρακτικάριοι που θα πήγαιναν για το Πολυτεχνείο. Ακόμα και ο χειρότερος μαθητής έμπαινε χωρίς φροντιστήριο σε όποια σχολή των ΑΕΙ ήθελε, θετική ή κλασική… Και μη χειρότερα, δηλαδή. Τόση αριστεία και τόση ρετσινιά.
Εξ ίσου σημαντικό, πέρα από την ίδια ωφέλεια των μαθητών, ήταν πως στις τάξεις μας έμπαιναν συντεταγμένα και παρακολουθούσαν την «υποδειγματική διδασκαλία» μετεκπαιδευόμενοι (και) ασπρομάλληδες καθηγητές. Αυτοί μετά πήγαιναν στα άλλα σχολεία και μεταλαμπάδευαν την εκπαιδευτική εμπειρία που αποκτούσαν μαζί μας. Δεν θέλει άλλα λόγια για να γίνει εμφανές ότι το σχολείο μας, όπως και άλλα πρότυπα γυμνάσια, ως θεσμός αποτελούσε μια δυναμική τροφό, που πρόσφερε διαρκή βελτίωση στη μέση εκπαίδευση.
Αιέν αριστεύειν, λοιπόν, θα λέμε επίμονα, σε πείσμα του κ. Μπαλτά, που προσπάθησε χτες να μπαλώσει το θλιβερό του ατόπημα, αφού απόειδε ότι εβδομάδες τώρα έχει γίνει ρόμπα. Δεν τα κατάφερε, όμως, προτάσσοντας τα περιστασιακά θέματα της μαθητικής βαθμοθηρίας έναντι της αυτονόητης μείζονος έννοιας της άμιλλας. Και αυτή είναι η διάθεση για την αριστεία και ο ανταγωνισμός για ένα «Μπράβο!» κινητήριο και εποικοδομητικό. Εδώ μέσα είναι κλεισμένο το κίνητρο για την κυνηγημένη καινοτομία, όπως και για την χαμένη επιχειρηματικότητα. Και ο προχτεσινός νεοψηφισθείς άθλιος νόμος του Υπουργού παραμένει και χάσκει ζημιάρικα.
Ένας νόμος αντάξιος των μεγαλόστομων πομφολύγων, που επιδιώκουν να μας σώσουν από υφεσιακά μέτρα, βυθίζοντάς μας σε δεκαπλάσια ύφεση. Να τα λέμε κι αυτά, γιατί δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Η ασχετίλα ποτέ δεν είναι άμοιρη της κακής παιδείας. Εκδοροσφαγείς ηγέτες είχαμε και έχουμε, εδώ και μια δεκαετία. Και αποτελούν προϊόν αυτής της παιδείας. Δεν είναι μόνο ο οχλοπολτός γέννημά της.
Ζήτω τα καβούρια και η ήσσων προσπάθεια, κάτω η ετερότητα
Ο κ. Μπαλτάς καλά τα είπε περί αριστείας που είναι ρετσινιά. Γλώττα λανθάνουσα αλήθειαν είπε. Το μεταπολιτευτικό μας εθνικό αίτημα ήταν πάντα ο μουζίκικος «αριστερός» εξισωτισμός προς τα κάτω. Αντί να προσπαθούμε να γίνουν όλα τα σχολεία πρότυπα, απλώς καταργήσαμε τα πρότυπα σχολεία. Το πνεύμα του κ. Μπαλτά είναι το κυρίαρχο νικηφόρο πνεύμα του Παπανδρεϊκού Λαϊκισμού, που από το 1981 επεβλήθη αμαχητί της Φιλόδοξης Καινοτόμου Ελλάδας.
Έκτοτε, αυτή η ωραία Ελλάδα ουδέποτε ξαναπήρε την παρτίδα. Άλλωστε, όσο εμβριθώς κι αν το είχε περιγράψει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης το 1990, προσπαθώντας να πολεμήσει την λογική της «ήσσονος προσπάθειας» που επέβαλε ο Παπανδρεϊσμός, δεν μπόρεσε να την νικήσει ως πρωθυπουργός. Είτε γιατί δεν μπορούσε είτε γιατί την φοβόταν η παλαιοκομματική πτυχή του εαυτού του (υπό την πίεση του ποιμνίου και της συντεκνίας του).
Μέλημα του πνεύματος της «προοδευτικής» διακυβέρνησης, που διαπότισε όλα τα κόμματα, κυβερνητικά και μη, ήταν να πάψουμε να είμαστε ελεύθερα και φιλόδοξα δημιουργικά άτομα. Να μην αμιλλώμεθα, όσοι έχουμε ανησυχίες, παρασύροντας ο ένας τον άλλο σε κάποια διαρκή σχετική βελτίωση, που τελικά οδηγεί στο γενικό συμφέρον. Πίνουμε μπάφους και παίζουμε Προ. Και κάτω η εντατικοποίηση, όχι όμως μόνο η δική μας, που είναι δικαίωμά μας να θέλουμε για πάρτη μας σούπερ χαλαρά συστήματα. Κάτω η εντατικοποίηση και εκείνων που θέλουν να εντατικοποιηθούν. Χαλαρά.
Δηλαδή, δεν επιτρέπουμε σε κανένα να είναι ανήσυχος, για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα χαλάει η πιάτσα. Όποιος πάει να ξεφύγει τρώει τη χλεύη μας. Αλλά κι αν δεν χαμπαριάζει και περιφρονεί αυτή τη χλεύη μας, τότε ΤΟ Σύστημα έχει εφεδρείες. Επιστρατεύεται ο αυτεπάγγελτος θεσμός των Ταγμάτων Εφόδου, που διαθέτουν μαύρους, κάτι σε ναζί με ρόπαλα, οι οποίοι σπάνε τα κεφάλια με την καλή έννοια, ως θιασώτες της Καλής Βίας. Τάγματα Εφόδου ήταν και οι ναζί που χάλαγαν την εκδρομή των Άλλων στις προχτεσινές φοιτητικές εκλογές. Γιατί θεωρούμε ανόητες αυτές τις εκλογές τα έχουμε πει («Η αντιδραστική Δικτατορία του (Παραταξιακού) Φοιτηταριάτου».
Είναι η ελαχιστοποίηση κάθε προσπάθειας, ηλίθιε! Και η επιβολή της σταδιακά σε όλους. Με το ζόρι, μάλιστα, σε όσους αντιστέκονται. Έτσι ο Ρουσσώ λιγόστεψε σε Ρουσό και το φιλότιμο Ελληνόπουλο σταδιακά και ανεπαισθήτως μεταστοιχειώθηκε σε τσιφτετελληνικό καβούρι. Ο εξισωτισμός των ανθρώπων - καβουριών είναι αποτέλεσμα της μίζερης ιδιότητας του αφιλότιμου τσιφτετελληνισμού μας. Το έχουμε ξαναπεριγράψει αυτό, ως κορυφαίο δομικό κουσούρι που μας οδηγεί αδιαλείπτως στους πάτους των εθνών («Εμβαθύνοντας το Je suis Yanis»).
Είναι κυρίαρχό μας πρόβλημα η δυσανεξία που επιδεικνύουμε απέναντι στην ζωογόνο Ετερότητα. Πρέπει να είμαστε όλοι το Ίδιο, καταναγκαστικά Ίδιοι, δεν πρέπει να υπάρχει Άλλος ανάμεσά μας. Όποιος είναι Άλλος πρέπει ή να εξοντώνεται ή έστω να εξοστρακίζεται. Εμείς μόνο Ίδιοι αντέχουμε να είμαστε μεταξύ μας, όχι Άλλοι. Αν βρεθεί ανάμεσά μας διαφορετικό ζιζάνιο, το ξεριζώνουμε. Είμαστε λιβάδι ομοιόμορφα γκρίζο, όχι χρωματιστό.
Η κλιμακούμενη ανικανότητά μας, έτσι, αντέχει να διαβιοί μόνο στο περιβάλλον ασφάλειας, όπου ζούμε ομοθυμαδόν σε ομοιόμορφες κοινότητες. Μέσα στο ασφαλές τους περιβάλλον, ο καθένας μας αντλεί αυτοπεποίθηση από την ομοιότητα με τον διπλανό του… Και όποιος κάβουρας πάει να ξεκολλήσει από τον πολτό, τον τραβάμε από τη δαγκάνα του, τρώει ξύλο και συνέρχεται.
[...]

Δεν υπάρχουν σχόλια: